Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ηχολήπτης [ἠχολήπτης] η-χο-λή-πτης ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. ηχολήπτρια}: τεχνικός ειδικευμένος στην ηχοληψία, υπεύθυνος για την τεχνική και καλλιτεχνική ποιότητα των ηχητικών εγγραφών: βοηθός ~η (πβ. µπούµαν). Οι ~ες του ραδιοσταθμού. Πβ. φωνολήπτης. Βλ. -λήπτης. [< γαλλ. preneur de son]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.