Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • θέση θέ-ση ουσ. (θηλ.) 1. το σημείο του χώρου στο οποίο βρίσκεται κάποιος ή κάτι: Μετακίνησε τους φακέλους από τη ~ τους. Τα βιβλία δεν είναι στη ~ τους. Βάλτο στη ~ του!|| ~ σφραγίδας (: σε επίσημο έγγραφο). Θέσεις στάθμευσης (: για παρκάρισμα). Διακόπτης/πολύμπριζο τεσσάρων θέσεων (= υποδοχών).|| (ΓΡΑΜΜ.) Η ~ του τόνου. Η ~ των λέξεων σε μια πρόταση (βλ. σειρά).|| Δεν υπάρχει ~ για γραφείο. Κάνε ~ να κάτσω κι εγώ. Πβ. χώρος.|| Πιάνω ~ στην ουρά.|| Καθορισμός της θέσης και της έκτασης ενός οικοπέδου. Σπίτι σε καλή/προνομιακή ~. Πβ. μέρος, περιοχή, τοποθεσία, τόπος.|| Εντοπισμός της θέσης του καλούντος/ενός οχήματος. Προσδιορίζω τη ~ ενός πλοίου (πβ. στίγμα).|| (ΣΤΡΑΤ.) Aμυντική/οχυρή/στρατηγική ~. Πόλεμος θέσεων και κινήσεων. Βομβαρδισμός/κατάληψη εχθρικών θέσεων. Τα στρατεύματα αποχώρησαν από τις/εγκατέλειψαν τις θέσεις τους.|| (ΜΑΘ.-ΑΣΤΡΟΝ.) Γωνία/διάνυσμα θέσης/θέσεως. Θέσεις αστέρων.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ μνήμης. Βλ. ιστο~. 2. καθένα από τα καθίσματα αίθουσας ή μέσου μεταφοράς: αναπαυτική ~. ~ (συν)οδηγού. ~ για (μη) καπνίζοντες. Κράτηση θέσης (= τραπεζιού) σε εστιατόριο/κινηματογράφο/συναυλία. Αριθμημένες/μπροστινές/πίσω θέσεις. Πληρότητα θέσεων. Αυτοκίνητο πέντε (= πενταθέσιο)/καναπές τριών (= τριθέσιος) θέσεων. Είναι άδεια/ελεύθερη/πιασμένη η ~. Βρίσκω ~. Δίνω/παραχωρώ/προσφέρω τη ~ μου (π.χ. σε ηλικιωμένο ή σε έγκυο). Παίρνω τη ~ (κάποιου). Γύρνα/έλα/κάθισε/πήγαινε (πίσω) στη ~ σου. Άλλαξαν θέσεις. Κράτα μου μια ~ κι έρχομαι. Μείνετε (ήσυχοι) στις θέσεις σας! Υπάρχουν κενές θέσεις στη γαλαρία (του λεωφορείου)/στην πλατεία (του θεάτρου).|| Κλείνω ~ για την εκδρομή/την παράσταση/το συνέδριο (: εξασφαλίζω την παρουσία, τη συμμετοχή μου). 3. ο τρόπος με τον οποίο στέκεται κάποιος ή είναι τοποθετημένο κάτι: καθιστή/όρθια ~ εργασίας. (Βολική) ~ οδήγησης/ύπνου. Διορθώνω τη ~ της σπονδυλικής μου στήλης. Δεν κάθεσαι στη σωστή ~. Κοιμάται σε ύπτια ~. ~ ανάνηψης. Πβ. στάση. Βλ. παράθεση.|| Η ~ των ποδιών/των χεριών κατά την άσκηση. Τοποθετήστε τη συσκευή σε επικλινή/επίπεδη/κάθετη/κατακόρυφη/οριζόντια ~. 4. (μτφ.) σειρά σε κατάταξη ή αξιολογική κλίμακα: βαθμολογική ~. Ισοβαθμία τριών υποψηφίων στην τελευταία ~ εισακτέων.|| (κυρ. σε αγώνες) Tερμάτισε στην τέταρτη ~. Διατήρησε/κατέλαβε/κυνήγησε τη δεύτερη ~. Πάλεψαν/έδωσαν μάχη για την τρίτη ~. Εξασφάλισαν μια ~ στην εξάδα. Μάχονται για μια ~ στον τελικό.|| (κατ' επέκτ.) Επιχείρηση που κατέχει κυρίαρχη ~ στη διεθνή αγορά. Η εταιρεία διεκδικεί μία ~ μεταξύ των πενήντα μεγαλύτερων του κόσμου. Στην υψηλότερη ~ των προτιμήσεων των τηλεθεατών η εκπομπή …|| (μτφ.) Απέκτησε/κατέκτησε/κέρδισε επάξια μια ~ δίπλα στους κορυφαίους μουσικούς. Δικαιούται/έχει μια ~ στην ιστορία. Πήρε τελικά τη ~ που του άξιζε. 5. (μτφ.) αξίωμα στην ιεραρχία υπηρεσίας ή σώματος, δουλειά: καλοπληρωμένη/νευραλγική/χηρεύουσα ~. ~-κλειδί/κύρους/(συνήθ. ειρων.) περιωπής. Κάλυψη θέσης. Επίδομα θέσης ευθύνης. Απόσπαση σε μια ~ (βλ. μετάθεση). Εκδήλωση ενδιαφέροντος/υποψηφιότητα για τη ~ του Προέδρου. Ανοιχτές/διαθέσιμες/διοικητικές/εργασιακές/νέες θέσεις. Θέσεις απασχόλησης πτυχιούχων/ορισμένου και αορίστου χρόνου. Απελευθέρωση/δημιουργία/προκήρυξη/στελέχωση θέσεων. Καθήκοντα/υποχρεώσεις που απορρέουν από τη ~/(λόγ.) εκ της θέσεώς του. (Ανα)ζητώ/εξασφαλίζω μια ~ στο Δημόσιο. Απολύθηκε από/διατήρησε τη ~ του. Διορίζομαι/εκλέγομαι/προάγομαι/προσλαμβάνομαι/υπηρετώ στη ~ του ... Παραιτούμαι από τη ~ του Διευθυντή. Παίρνω τη ~ (κάποιου). Δεν θέλω να χάσω τη ~ μου. Βρήκε ~ ως... Έχει/κατέχει ανώτερη/επιτελική/ηγετική/καλή/µόνιµη/τιμητική/υπεύθυνη/υψηλή ~. Ανέλαβε νευραλγική ~ στο Υπουργείο. Η επιχείρηση τού πρόσφερε/πρότεινε μια αρκετά προσοδοφόρα ~. Προκηρύσσεται μία ~ ερευνητή/καθηγητή. Πβ. πόστο. 6. ΑΘΛ. ρόλος που έχει κάποιος παίκτης στην ομάδα του: Παίζει στη ~ του τερματοφύλακα. Του έδωσαν/πήρε ~ βασικού. Αγωνίζεται στη ~ του πλέι μέικερ. 7. προβλεπόμενος αριθμός υποψηφίων ή συμμετεχόντων: θέσεις ειδικότητας/πρακτικής άσκησης/υποτροφίας. Προσφερόμενες θέσεις για εθελοντές/σπουδές. Μείωση των θέσεων εισαγωγής σε ΑΕΙ και ΤΕΙ. Δεν έχει/υπάρχει (κενή) ~ στον παιδικό σταθμό. 8. (μτφ.) η κατάσταση στην οποία βρίσκεται κάποιος ή κάτι: αξιοζήλευτη/μειονεκτική/πλεονεκτική ~. Σε ~ αναμονής. Με φέρνεις σε δύσκολη ~. Βελτιώνω/δυσχεραίνω τη ~ μου. Βρίσκομαι στη δυσάρεστη/στην ευχάριστη ~ να σας ανακοινώσω ότι ... Είμαι σε καλύτερη ~ (= μοίρα) από/σε σχέση με τον ... Μην επιβαρύνεις τη ~ σου! Τι θα έκανες στη ~ μου;|| (λόγ.) ~ σε κίνηση/λειτουργία. Απαγόρευση της θέσεως σε κυκλοφορία χημικών προϊόντων. Ημερομηνία θέσεως της σύμβασης σε ισχύ.|| (ΟΙΚΟΝ.) Ακάλυπτη ~. Καθαρή ~ ενεργητικού/εταιρείας (= στάτους).|| (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) ~ του υπαλλήλου σε αργία/διαθεσιμότητα. 9. (μτφ.) το σύνολο των ιδεών που υποστηρίζει κάποιος: ακραίες/αντικρουόμενες/απόλυτες/επιστημονικές/πολιτικές/προγραμματικές/ριζοσπαστικές/σαφείς/φιλοσοφικές θέσεις. Αξιολόγηση/γνωστοποίηση/διατύπωση/παρουσίαση/ταύτιση θέσεων. Οι θέσεις της Εκκλησίας/του κόμματος/της παράταξης. Θέσεις και αντιθέσεις/αρχές/προθέσεις/προτάσεις. Κριτική πάνω στις θέσεις/(λόγ.) επί των θέσεων (κάποιου). Οι ελληνικές θέσεις στο θέμα του ... Αυτή είναι η ~ μου (= άποψη). Η επίσημη ~ της κυβέρνησης για/(πάνω) σε ένα ζήτημα. Απάντηση στην ανατρεπτική/προκλητική/πρωτοποριακή ~ του … Προς απόδειξη της θέσεως ότι ... Παίρνω ανοιχτά/δημόσια ~ υπέρ/κατά ... Διαχωρίζω τη ~ μου (= αποστασιοποιούμαι). Αλλάζω θέσεις. Εκφράζω/ξεκαθαρίζω/υπερασπίζομαι/υποστηρίζω τη ~/τις θέσεις μου. Εμμένω/μένω ακλόνητος στις θέσεις μου. Δεν παρεκκλίνω από τις θέσεις μου. Υπεραμύνεται της θέσεώς/των θέσεών του σχετικά με ... Αποδοκιμάστηκαν/επιδοκιμάστηκαν οι θέσεις του.|| (ΦΙΛΟΣ.) ~, αντίθεση, σύνθεση. ~ ή αποδεικτέα πρόταση. Πβ. πεποίθηση. Βλ. υπόθεση. 10. (μτφ.) ρόλος, σπουδαιότητα: η ~ της τεχνολογίας στην κοινωνία. Η ~ της γυναίκας στις αναπτυσσόμενες χώρες.|| Έχει μια (σημαντική) ~ στη ζωή μου. Έχει ξεχωριστή ~ στην καρδιά μου. 11. ΦΙΛΟΛ. -ΜΟΥΣ. η τονισμένη συλλαβή του μετρικού ποδός· το τονισμένο τμήμα κατά τη ρυθμική ανάγνωση μουσικού κομματιού. ΑΝΤ. άρση (3) ● Υποκ.: θεσούλα (η) 1. θέση εργασίας: (ειρων.) Το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να βολευτεί/να χωθεί σε καμιά ~ στο Δημόσιο. 2. κάθισμα, μικρός χώρος: Βρήκε μια ~ και κάθισε.|| Έβαλε τα βιβλία σε μια ~ πάνω στο γραφείο. Πβ. γωνίτσα. ● ΣΥΜΠΛ.: χάρτης θέσης: στον οποίο υποδεικνύεται η θέση ενός σημείου: (ηλεκτρονικός) ~ ~ του κτιρίου/της πόλης/του σταθμού. ~ες ~ και ευρύτερης περιοχής., ανάρροπη θέση βλ. ανάρροπος, αρχαιολογική θέση/αρχαιολογικός τόπος βλ. αρχαιολογικός, γεωγραφική θέση βλ. γεωγραφικός, δεύτερη θέση βλ. δεύτερος, διακεκριμένη θέση βλ. διακεκριμένος, εδραία θέση βλ. εδραίος, εκλόγιμη θέση βλ. εκλόγιμος, θέση ισχύος βλ. ισχύς, κένωση (της) θέσης/(των) θέσεων βλ. κένωση, κοινωνική θέση βλ. κοινωνικός, οικονομική θέση βλ. οικονομικός, οργανική θέση βλ. οργανικός, πλήρωση (της) θέσης/(των) θέσεων βλ. πλήρωση, πρώτη θέση βλ. πρώτος, σύνδρομο οικονομικής θέσης βλ. σύνδρομο, τουριστική θέση βλ. τουριστικός, τρίτη θέση βλ. τρίτος, φώτα θέσης βλ. φως, χιλιομετρική θέση βλ. χιλιομετρικός ● ΦΡ.: βάζω τα πράγματα στη θέση τους (μτφ.): δίνω τη σωστή διάσταση ενός θέματος, αποκαθιστώ την αλήθεια: Για να βάλουμε ~ ~, πρέπει να πούμε ότι ... Νέα στοιχεία ήρθαν να βάλουν ~ ~., δεν έχω θέση κάπου (μτφ.): δεν μπορώ να συμμετέχω, επειδή είμαι μη αποδεκτός ή ακατάλληλος, ή επειδή θεωρώ ότι δεν μου αρμόζει: Με τέτοιες απόψεις δεν έχει (καμία) ~ ανάμεσά μας. Ο φόβος δεν ~ει ~ σε ένα τέτοιο εγχείρημα (: δεν ταιριάζει). Εγώ φεύγω, ~ ~ εδώ. Πβ. δεν χωράω κάπου., έδωσε τη θέση (του) σε κάτι (μτφ.): αντικαταστάθηκε από: Η απαισιοδοξία ~ ~ της στην ελπίδα., είμαι σε θέση να ... & (λόγ.) εις θέσιν να ...: έχω τη δυνατότητα, μπορώ: ~ ~ να σου πω ότι ... Δεν ~ ~ σε βοηθήσω αυτή τη στιγμή. Πβ. σε κατάσταση να ..., έρχομαι/μπαίνω στη θέση του: βιώνω νοερά την κατάσταση στην οποία βρίσκεται κάποιος: Έλα/μπες ~ ~ του και προσπάθησε να τον καταλάβεις. Βλ. ενσυναίσθηση.|| (για ηθοποιό) Μπαίνω ~ ~ του ήρωα/του προσώπου που υποδύομαι (πβ. μπαίνω στο πετσί)., παίρνω θέση για/σε κάτι (μτφ.): εκφράζω την άποψή μου, τοποθετούμαι: Πήρε ~ για την κρίση/τις μεταμοσχεύσεις. Δεν πήρε ~ στην κόντρα μεταξύ ... Έχει πάρει ~ κατά/υπέρ του ..., στη θέση (προσώπου ή πράγματος): προς δήλωση αντικατάστασης: Εκκλησία χτισμένη ~ ~ αρχαίου ναού. (ειρων.) Θέλει να γίνει υπουργός ~ ~ του υπουργού (πβ. χαλίφης στη θέση του χαλίφη). Πβ. αντί.|| (μτφ.) ~ ~ σου θα έφευγα (: αν ήμουν εσύ)., τον βάζω στη θέση του (μτφ.-προφ.): του κάνω παρατήρηση για την ανάρμοστη ή προσβλητική συμπεριφορά του, ώστε να μην την επαναλάβει: Κάποιος πρέπει να τον βάλει ~ ~. Δεν βρέθηκε ένας να αντιδράσει/διαμαρτυρηθεί και να τον βάλει ~ ~. Πβ. ανακαλώ/επαναφέρω στην τάξη, του τη λέω., βρίσκει θέση (κάπου) βλ. βρίσκω, ελαφρύνω τη θέση κάποιου βλ. ελαφρύνω, επέχει θέση βλ. επέχω, κατέχει δεσπόζουσα/εξέχουσα/κεντρική/περίοπτη θέση βλ. κατέχω, κουνήσου από τη θέση σου βλ. κουνώ, κρατά(ει) τη θέση του βλ. κρατώ, λάβετε θέσεις βλ. λαμβάνω, μια θέση στον ήλιο βλ. ήλιος, ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση βλ. κατάλληλος, πήγε/ήρθε η καρδιά μου στη θέση της βλ. καρδιά, σε απόσταση/θέση βολής βλ. απόσταση, σε θέση μάχης βλ. μάχη [< αρχ. θέσις, γαλλ. place, position]

ανάρροπος

ανάρροπος, ος/η, ο [ἀνάρροπος] α-νάρ-ρο-πος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ανάρροπη θέση: ΙΑΤΡ. ανυψωμένη: τοποθέτηση άκρου σε ~ ~ (: για περιορισμό αιματώματος, μείωση πόνου ή οιδήματος). Ύπνος σε ~ ~.

απόσταση

απόσταση

[ἀπόσταση] α-πό-στα-ση ουσ. (θηλ.) 1. μήκος, διάστημα που χωρίζει ένα σημείο, πράγμα ή πρόσωπο από άλλο: γεωγραφική/κατακόρυφη/οριζόντια/χιλιομετρική ~. Αναγκαία/απαραίτητη ~. ~ ... μέτρων/μιας ώρας/ναυτικών μιλίων. ~ φρεναρίσματος. Η ~ μεταξύ δύο ουράνιων σωμάτων. Δρομέας/ταξίδι μεγάλων/μικρών ~άσεων. Διανύω/μετρώ/υπολογίζω την ~. Η ~ καλύπτεται με τα πόδια σε μισή ώρα (ΣΥΝ. διαδρομή). Το λιμάνι βρίσκεται σε κοντινή/μικρή (= κοντά)/μεγάλη (= μακριά) ~ από την πόλη. Χάρη στην τεχνολογία έχουν εκμηδενιστεί/μειωθεί οι ~άσεις.|| (ΓΕΩΜ.) ~ σημείου από ευθεία.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ ανάγνωσης/γραμμών/παραγράφων/χαρακτήρων.|| (ΦΥΣ.) Εστιακή ~ (: η ~ σε mm του οπτικού κέντρου του φακού από τη φωτοευαίσθητη επιφάνεια). Βλ. χρονο~. 2. χρονικό διάστημα ανάμεσα σε δυο στιγμές, περιόδους, εποχές: Κείμενα γραμμένα με ~ πολλών χρόνων. 3. (μτφ.) σημαντική διαφορά που διαχωρίζει πρόσωπα, πράγματα, καταστάσεις: ~ στις απόψεις/ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα (πβ. διάσταση). Μας χωρίζει τεράστια ~ στον τρόπο σκέψης (πβ. άβυσσος, χάσμα). Αυξάνεται/γεφυρώνεται/διευρύνεται/μειώνεται η ~ μεταξύ των κοινωνικών τάξεων (ΣΥΝ. ψαλίδα). ● ΣΥΜΠΛ.: απόσταση ασφαλείας: που αποτρέπει οποιονδήποτε κίνδυνο: Βρίσκεται/είναι σε ~ ~. Αφήνω/τηρώ ~ ~ από το προπορευόμενο αυτοκίνητο.|| (μτφ.) Κρατάει από όλους ~άσεις ~., γωνιακή/γωνιώδης απόσταση: ΑΣΤΡΟΝ. η γωνία υπό την οποία φαίνονται δύο σημεία της ουράνιας σφαίρας κατά την παρατήρησή τους από τον ίδιο παρατηρητή. [< αγγλ. angular distance] , εκπαίδευση εξ αποστάσεως/από απόσταση βλ. εκπαίδευση, ζενιθιακή απόσταση βλ. ζενιθιακός ● ΦΡ.: (κρατώ/τηρώ) ίσες αποστάσεις: (μτφ.) δεν παίρνω θέση σε διαμάχη ή ζήτημα: ~ ~ από τις δυο πλευρές. Τηρούν ~ ~ ανάμεσα στους δύο συμμάχους. Πολιτική ίσων ~άσεων. Βλ. ουδετερότητα., εξ αποστάσεως/από απόσταση 1. μέσω τηλεφώνου, τηλεόρασης, διαδικτύου ή άλλου τηλεπικοινωνιακού μέσου: αγορές/πωλήσεις/συμβάσεις/συναλλαγές/σχέσεις ~ ~. Βλ. διαδικτυακός, ονλάιν, τηλε-. 2. από μακριά: Παρακολουθούν τις εξελίξεις ~ ~. ΣΥΝ. εκ του μακρόθεν, κρατώ/έχω κάποιον σε απόσταση (μτφ.): είμαι απόμακρος, επιφυλακτικός απέναντί του: Κρατά τους άλλους ~ με τη σοβαροφάνειά του. Έχει πάντα ~ τους συνομιλητές του. [< γαλλ. tenir quelqu'un à distance] , παίρνω/κρατώ/τηρώ (τις) αποστάσεις (μτφ.) 1. αποστασιοποιούμαι, δεν αναμιγνύομαι σε κάτι: Κρατά τις ~ του από το επίμαχο ζήτημα. Ο δημοσιογράφος πήρε ~ από το συμβάν. 2. έχω τυπικές σχέσεις με κάποιον: Δεν ανοίγομαι εύκολα και κρατώ ~. [< γαλλ. prendre/garder ses distances] , σε απόσταση αναπνοής (μτφ.): πάρα πολύ κοντά: ~ ~ από τη θάλασσα. Η ομάδα βρέθηκε ~ ~ από τη νίκη., σε απόσταση/θέση βολής 1. (μτφ.) πολύ κοντά: Βρίσκονται ~ ~ από την επίτευξη συμφωνίας.|| (ΑΘΛ.) (για ποδοσφαιριστή:) Είναι σε θέση ~ (: σε ιδανικό ή πολύ καλό σημείο για γκολ). (για ομάδα:) Βρίσκεται σε απόσταση ~ απ' την κορυφή. 2. ΣΤΡΑΤ. σε περίπτωση που ο στόχος βρίσκεται σε κοντινό σημείο, ώστε να μπορεί εύκολα να βληθεί από όπλο. [< αρχ. ἀπόστασις ‘απομάκρυνση, απόσταση, πυώδες οίδημα], γαλλ. distance]

αρχαιολογικός

αρχαιολογικός, ή, ό [ἀρχαιολογικός] αρ-χαι-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. που σχετίζεται με την αρχαιολογία, τον αρχαιολόγο ή τα αρχαία μνημεία: ~ός: θησαυρός/νόµος/οδηγός/πλούτος/τουρισμός/χάρτης. ~ή: κληρονομιά/σκαπάνη/συλλογή. ~ές: ανασκαφές/έρευνες. ~ά: εκθέματα/ευρήματα. Η εν Αθήναις ~ή Εταιρεία. ~ό Μουσείο. Αγάλματα ανεκτίμητης ~ής αξίας. Περιοχή με μεγάλο ~ό ενδιαφέρον. ● επίρρ.: αρχαιολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: αρχαιολογική θέση/αρχαιολογικός τόπος: με αρχαιολογικά ευρήματα (π.χ. οικισμούς, κτίσματα, εργαλεία). Πβ. αρχαιολογικός χώρος., Αρχαιολογική Υπηρεσία: δημόσια υπηρεσία που υπάγεται στο Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού και είναι υπεύθυνη για την ανεύρεση και προστασία των αρχαιοτήτων. Πβ. αρχαιολογία. Βλ. Εφορεία Αρχαιοτήτων., αρχαιολογική σχολή βλ. σχολή, αρχαιολογικό πάρκο βλ. πάρκο, αρχαιολογικός χώρος βλ. χώρος [< μτγν. ἀρχαιολογικός ‘αυτός που μελευτά την αρχαιότητα’, γαλλ. archéologique, αγγλ. archaeological, γερμ. archäologischer]

βρίσκω

βρίσκωβρί-σκω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {βρήκα (λαϊκό) ήβρα, βρω, βρει, προστ. βρες, βρίσκ-οντας} & (λόγ.) ευρίσκω 1. εντοπίζω τυχαία ή μετά από αναζήτηση κάποιον ή κάτι που έψαχνα, που παρέμενε κρυφό(ς) ή που αγνοούσα την ύπαρξή του: Βρήκα τα κλειδιά μου κάτω από το τραπέζι. Βλ. επανευρίσκω, ξανα~.|| Η αστυνομία βρήκε όπλα και ναρκωτικά/τους δράστες. ΣΥΝ. ανακαλύπτω.|| Βρες κάπου να καθίσεις.|| ~ πληροφορίες στην εγκυκλοπαίδεια/στο ίντερνετ.|| Βρείτε τη σωστή απάντηση/τις διαφορές/τα λάθη.|| (ύστερα από προσεκτική εξέταση:) Όλο μειονεκτήματα ~εις. Δεν μπορώ να του βρω κανένα ελάττωμα/προτέρημα. Ψάχνω να βρω τι έγινε.|| (στη βασιλόπιτα:) Ποιος βρήκε το φλουρί (= σε ποιον έτυχε);|| Σε βρήκα (πβ. σ’ έπιασα, σε τσάκωσα)! ΑΝΤ. χάνω (2) 2. εξασφαλίζω κάτι ύστερα από προσπάθεια ή κατάλληλους χειρισμούς: Βρήκε μια θέση ως υπάλληλος. Δεν μπορεί να βρει διέξοδο/δουλειά πουθενά. Πού θα βρούμε χρήματα, τώρα που τα έχουμε ανάγκη;|| Πώς να βρω το θάρρος/τη δύναμη/το κουράγιο να του πω ότι ... Βρήκε την ευκαιρία να ...|| (με αγανάκτηση:) Πότε θα βρω (και πάλι) την ησυχία μου (= θα ξαναβρώ, επανακτήσω);|| Βρες λίγο χρόνο κι έλα να με δεις (= εξοικονόμησε).|| Θα σου βρω εγώ μέρος να μείνεις. Βρήκαν τροφή και στέγη.|| Να κοιτάξεις να βρεις ένα καλό παιδί/μια καλή κοπέλα να παντρευτείς. Βρες (έναν) γιατρό επειγόντως! (ειρων.) Τώρα μάλιστα, βρήκες άνθρωπο να σε βοηθήσει! 3. σκέφτομαι, επινοώ: Πρέπει να βρούμε μια λύση. Μη ~οντας άλλο τρόπο να ... Βρες μια δικαιολογία και φύγε (= προφασίσου κάτι)! ΣΥΝ. σκαρφίζομαι.|| Βρήκαν το εμβόλιο/το φάρμακο κατά του ... (= ανακάλυψαν, εφηύραν).|| Δεν ~ τι άλλο να πω/τρόπο να σε ευχαριστήσω (= δεν έχω, δεν ξέρω). 4. γίνομαι αποδέκτης αρνητικού ή θετικού ερεθίσματος: Η πρότασή τους έχει βρει ανταπόκριση/(σθεναρή) αντίδραση/απήχηση (= έχει τύχει/χαίρει ανταπόκρισης).|| ~ει αγάπη και στοργή/στήριξη κοντά στους δικούς του/στην οικογένειά του (= απολαμβάνει).|| Βρήκε τραγικό θάνατο (= είχε). Τους βρήκαν δεινά/συμφορές (= τους έπληξαν, τους έτυχαν). 5. {συνήθ. στον αόρ.} έρχομαι αντιμέτωπος με κάποιον ή κάτι που είναι σε συγκεκριμένη κατάσταση: Τη βρήκα αναστατωμένη/να κλαίει/σύμφωνη/στο πλευρό μου. Βρήκαν το σπίτι άδειο.|| Μας ~εις πάνω που τρώγαμε/στο τραπέζι (= μας πετυχαίνεις).|| Έτσι τα βρήκαμε από τους γονείς μας (= τα κληρονομήσαμε, τα παραλάβαμε). 6. συναντώ: Θα με βρείτε στο γραφείο μου. Τη βρήκα κατά τύχη στον δρόμο (= την πέτυχα). Πού μπορώ να σε βρω; Έλα να με βρεις! 7. καταλήγω σε συγκεκριμένη κρίση· θεωρώ, μου φαίνεται: (Δεν) το ~ δίκαιο/λογικό/σκόπιμο/σωστό να (= κρίνω, νομίζω) ... ~ ότι … (= πιστεύω). (Το) βρήκε υπερβολικό το ποσό.|| (για πρόσ.) -Πώς τον ~εις; -Αδιάφορο/όμορφο! Μια χαρά σε ~, παρά την ίωση που πέρασες (= σε βλέπω).|| Βρήκαν τον κατηγορούμενο αθώο/ένοχο (= κρίθηκε από το δικαστήριο). 8. (προφ.) κάνω διάγνωση: Του βρήκαν (ότι έχει) ανεβασμένη χοληστερίνη.βρήκε (για κάτι που εκτοξεύεται, ρίχνεται ή πετιέται από μακριά): πέτυχε, ευστόχησε: Η σφαίρα ~ τον στόχο της/τον ~ πισώπλατα (= τον χτύπησε). Η μπάλα ~ (σ)το δοκάρι (= προσέκρουσε, χτύπησε). ● ΦΡ.: απ΄ τον Θεό να τό 'βρει! (συνήθ. ως κατάρα): ο Θεός να τον τιμωρήσει για το κακό ή να του ανταποδώσει το καλό που έκανε: Τέτοιο καλό που μου 'κανες ~ ~!, βρήκε το(ν) δάσκαλό/το(ν) μάστορά του (μτφ.-προφ.): βρέθηκε ο άνθρωπος που κατάφερε να τον τιθασεύσει ή να τον νικήσει: ~ ~ στο πρόσωπο του .../στον ... Πού θα πάει, θα βρεις ~ ~ σου!, βρίσκει (την) αφορμή/πάτημα: στηρίζεται σε κάτι που ειπώθηκε ή έγινε, για να πει ή να κάνει αυτό που επιδιώκει: Βρήκαν αφορμή (από κάποιες δηλώσεις του)/πάτημα (σε κάποιες δηλώσεις του), για να τον ενοχοποιήσουν., βρίσκει αντίσταση: συναντά εμπόδιο: (για αντικείμενο:) Η πόρτα δεν κλείνει, φαίνεται ότι κάπου ~ ~ (πβ. σκαλώνει)!|| Τα στρατεύματα βρήκαν (μεγάλη/σθεναρή) ~ στην προσπάθειά τους να ..., βρίσκει θέση (κάπου): γίνεται αποδεκτός: Η άθληση/δημιουργικότητα πρέπει να ~ ~ στο σχολείο., βρίσκει και τα κάνει: συμπεριφέρεται άσχημα, επειδή οι άλλοι είναι ανεκτικοί απέναντί του: Αφού του επιτρέπετε, ~ ~., βρίσκεις; (προφ.): (σε διάλογο, όταν έχει προηγηθεί διατύπωση προσωπικής άποψης του συνομιλητή) πράγματι πιστεύεις ότι ισχύει αυτό που είπες; -Ωραίο το μπλουζάκι σου. -~;, βρίσκω κάποιον απέναντί μου/μπροστά μου 1. πρέπει να τον αντιμετωπίσω ως αντίπαλο: Τους βρήκε μπροστά του και τους αποτελείωσε. 2. (μόνο στο βρίσκω μπροστά μου) τον συναντώ τυχαία., βρίσκω κάτι μπροστά μου (μτφ.): υφίσταμαι τις συνέπειες των πράξεών μου: Μην εκμεταλλεύεσαι τους άλλους, γιατί θα το βρεις ~ σου., καλώς μας βρήκες/βρήκατε! (χαιρετισμός): καλώς ήρθες/ήρθατε!, καλώς σε/σας βρήκα/βρήκαμε! (χαιρετισμός): ως απάντηση στο καλώς ήρθες/ήρθατε, καλώς όρισες/ορίσατε., ό,τι βρει: χωρίς να τον ενδιαφέρει: Τρώει/φοράει ~ ~ (μπροστά του)!, όπου βρω/βρεις: χωρίς να με/σε απασχολεί το μέρος: Πετάνε τα σκουπίδια όπου βρουν (= όπου λάχει/τύχει/τους καπνίσει).|| Δεν υπάρχουν και πολλές θέσεις. Κάτσε (τώρα) ~ ~!, πού πήγε και το(ν)/τη βρήκε; (προφ.): για να δηλωθεί έντονη αποδοκιμασία ή επιδοκιμασία σε περιπτώσεις επιλογής προσώπου ή πράγματος: Μα καλά, ~ τον ~! Αυτός είναι τελείως άσχετος!|| Φοβερή συσκευή! Πού ~ες και τη ~ες;, πού το βρήκες γραμμένο; (προφ.): για να δηλωθεί ότι κάτι που λέγεται με βεβαιότητα δεν ισχύει: Τι λες καημένε μου; ~ ~;, τα βρίσκω δύσκολα/σκούρα/μπαστούνια/ζόρικα/παλούκια (μτφ.-προφ.): δυσκολεύομαι πάρα πολύ: Τα ~ ~ στα μαθηματικά. Νόμιζαν ότι θα τα καταφέρουν, αλλά τελικά τα βρήκαν ~. Τα ~ουν ζόρικα και προσπαθούν να λουφάρουν (πβ. έχω/περνάω ζόρι/ζόρια)., τα βρίσκω με κάποιον (προφ.) 1. επιλύω τις διαφορές μου, έρχομαι σε συνεννόηση, συμφωνώ μαζί του: Δεν τα βρήκανε στη μοιρασιά. Θα τα βρουν Διοίκηση και εργαζόμενοι.|| Τα βρήκαν μεταξύ τους και αποφάσισαν να ... 2. ταιριάζω με κάποιον: Είναι κι οι δυο χωρισμένοι κι έτσι τα βρήκανε., τη βρίσκω (προφ.): νιώθω έντονη ευχαρίστηση, μου αρέσει πολύ να κάνω κάτι: Τη ~ει να διαβάζει βιβλία/με το τρέξιμο. Πβ. απολαμβάνω, γουστάρω, ηδονίζομαι., τι του/της βρίσκει/βρήκε; (προφ.) (με αναφορά στον σύντροφο κάποιου, για να δηλωθεί ότι είναι άσχημος ή αντιπαθητικός): τι όμορφο ή καλό έχει που τον ελκύει: Απορώ ~ βρήκε και τον/την παντρεύτηκε!, το βρήκα! (προφ.): για να εκφράσει κάποιος τον ενθουσιασμό του για μια λαμπρή ιδέα που είχε ή μια ανακάλυψη που έκανε: ~ ~! Θα πάμε με το αυτοκίνητό μου! ΣΥΝ. εύρηκα, τον βρήκε ο χάρος/ο θάνατος (λογοτ.): πέθανε., (δεν) βρίσκω άκρη βλ. άκρη, (ξανα)βρίσκω τον εαυτό μου βλ. εαυτός, (ξανα)βρίσκω/θυμάμαι τον (παλιό) καλό εαυτό μου βλ. εαυτός, βρήκα τον διάολό μου βλ. διάβολος, βρήκε (α)γελάδα ν' αρμέγει βλ. αγελάδα, βρήκε ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ βλ. Φίλιππος, βρήκε στρωμένο τραπέζι βλ. τραπέζι, βρήκε τον μήνα που τρέφει τους έντεκα βλ. μήνας, βρήκε/είδε ο γύφτος τη γενιά του (κι αναγάλλιασε η καρδιά του) βλ. γύφτος, γύφτισσα, βρήκες τη μέρα/μέρα που βρήκες να ...! βλ. μέρα, βρήκες την ώρα να ... βλ. ώρα, βρίσκει ευήκοον ους βλ. ους, βρίσκει εφαρμογή βλ. εφαρμογή, βρίσκει/βρήκε (όλες) τις πόρτες κλειστές/την πόρτα κλειστή βλ. πόρτα, βρίσκω (κάποιον) στα κιλά μου βλ. κιλό, βρίσκω (τον) μπελά (μου) βλ. μπελάς, βρίσκω κάτι στο(ν) δρόμο βλ. δρόμος, βρίσκω κοινό έδαφος (με κάποιον) βλ. κοινός, βρίσκω την υγειά μου βλ. υγεία, βρίσκω το δίκιο μου βλ. δίκιο, βρίσκω το(ν) δρόμο (μου) βλ. δρόμος, βρίσκω/πετυχαίνω κάποιον σε καλή/κακή μέρα ή είμαι σε καλή/κακή μέρα βλ. μέρα, δεν βρήκε τη(ν) μπάλα βλ. μπάλα, δεν έχω/δεν βρίσκω λόγια βλ. λόγια, έρχομαι στα ίσα μου βλ. ίσα1, κακό που με βρήκε/έπαθα! βλ. κακό, κακός μπελάς (που) με βρήκε! βλ. μπελάς, κάνω/βρίσκω την τύχη μου βλ. τύχη, κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι βλ. τέντζερης, μας πήρε/μας έπιασε/μας βρήκε η νύχτα/το βράδυ βλ. νύχτα, όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, θα τον βρεις από κάτω βλ. πέτρα, πού τον χάνεις, πού τον βρίσκεις βλ. πού, στον ουρανό το(ν) γύρευα/έψαχνα (και) στη γη το(ν) βρήκα βλ. γυρεύω, τα βρίσκω με τον εαυτό μου βλ. εαυτός, τα πιάσαμε/τα βρήκαμε τα λεφτά μας βλ. λεφτά, τώρα που βρήκαμε παπά, ας/να θάψουμε πεντέξι βλ. παπάς [< μεσν. βρίσκω]

γεωγραφικός

γεωγραφικός, ή, ό γε-ω-γρα-φι-κός επίθ.: ΓΕΩΓΡ. που σχετίζεται με τη γεωγραφία: ~ός: χάρτης (βλ. άτλας)/χώρος. ~ή: ανάλυση/έκταση/ενότητα (= περιφέρεια)/κατανομή/οντότητα (π.χ. πόλη, νησί, νομός, χώρα)/περιοχή. ~ό: διαμέρισμα/στίγμα (πλοίου). ~ά: δεδομένα (= γεωδεδομένα). Βλ. ανθρωπο~, βιο~, παλαιο~. ● ΣΥΜΠΛ.: Γεωγραφικά Συστήματα Πληροφοριών (ακρ. ΓΣΠ): ΠΛΗΡΟΦ. για τη συλλογή, αποθήκευση, διαχείριση και ανάλυση γεωγραφικών δεδομένων, καθώς και την αναπαράστασή τους με τη μορφή εικόνων και χαρτών: ψηφιακή χαρτογραφία και ~ ~. Βλ. γεωπληροφορική. [< αγγλ. Geographic(al) Information Systems (GIS)] , γεωγραφικές συντεταγμένες: γεωγραφικό μήκος και πλάτος (ενός τόπου). Βλ. υψόμετρο., γεωγραφική θέση: ο προσανατολισμός ενός τόπου ως προς την ευρύτερη περιοχή., γεωγραφικό μήκος: η γωνιακή απόσταση του μεσημβρινού ενός τόπου από τον μεσημβρινό του Γκρίνουιτς: ανατολικό/δυτικό ~ ~ (: ανάλογα με το αν ο τόπος βρίσκεται στο ανατολικό ή το δυτικό ημισφαίριο). ~ ~ μηδέν (: συμπίπτει με τον πρώτο μεσημβρινό). [< γαλλ. longitude] , γεωγραφικό πλάτος: η γωνιακή απόσταση ενός τόπου από τον Ισημερινό: βόρειο/νότιο ~ ~ (: ανάλογα με το αν ο τόπος βρίσκεται στο βόρειο ή το νότιο ημισφαίριο). ~ ~ μηδέν (: συμπίπτει με τον Ισημερινό). [< γαλλ. latitude] [< μτγν. γεωγραφικός, γαλλ. géographique, αγγλ. geographic]

δεύτερος

δεύτερος, η, ο δεύ-τε-ρος αριθμητ. τακτ. {κ. (λόγ.) γεν. αρσ./ουδ. δευτ-έρου, (λόγ.) θηλ. δευτέρα} (σύμβ. 2ος, Β' ή β', ΙI) 1. που αντιπροσωπεύει τον αριθμό δύο (2) σε μια ακολουθία ή σειρά: ~ος: αγώνας/γάμος/γύρος/κύκλος/μήνας/τόμος. ~η: ανάγνωση/βαθμίδα/δοκιμή/δόση/εβδομάδα/έκδοση/ενότητα/κατοικία/σελίδα/τάξη/φάση. ~ο: δεκαπενθήμερο/επεισόδιο/επίπεδο/ερώτημα/έτος/ημίχρονο/θέμα/μέρος/παιδί/παράδειγµα/πτυχίο/σκέλος/τεύχος/τμήμα/φύλλο.|| Φίλιππος ο ~ (B'). Ο ~ (Β’) Παγκόσμιος Πόλεμος. 2. που βρίσκεται αμέσως μετά τον πρώτο σε μια ιεραρχική κλίμακα: ~ος: αντιπρόεδρος/νικητής/ρόλος. ~η: ομάδα/φωνή. ~ο: βραβείο/ρεκόρ. Έμεινε/ήρθε/κατετάγη/τερμάτισε ~. ~ στην κατάταξη. Η ~η θέση της βαθμολογίας/της κατηγορίας/του ομίλου/του πρωταθλήματος.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~η: κλίση. ~ο: πρόσωπο.|| (κατ' επέκτ.) Προϊόντα ~ης ποιότητας (= ευτελή, κατώτερα, φτηνιάρικα). 3. (επι)πρόσθετος, εναλλακτικός, συμπληρωματικός: ~ος: δρόµος/λογαριασμός/τρόπος. ~η: γνώμη/επιλογή/ονομασία/προσπάθεια. ~ο: αντίγραφο/εισόδημα. Πβ. επιπλέον. 4. που συνδέεται με δεύτερο βαθμό συγγένειας: ~ος: θείος. ~η: ξαδέλφη. Συγγενής ~έρου βαθμού. 5. (για κάποιον, κάτι) συγκρίσιμο με κάτι άλλο, παρόμοιο: Έγινε/ήταν (σαν)/στάθηκε ~ πατέρας για μένα. Χώρα που έγινε η ~η πατρίδα του. Πβ. καινούργιος, νέος. Βλ. άλλος. ● Ουσ.: δευτέρα (η) 1. (κ. με κεφαλ. Δ) ενν. τάξη σχολικής βαθμίδας (σύμβ. Β΄). 2. ενν. ταχύτητα οχήματος: Πάτα συμπλέκτη και βάλε ~. 3. ΜΑΘ. ενν. δύναμη αριθμού: 2 στη ~ (22 = 2 Χ 2). Υψώνουμε τον αριθμό εις τη/στη ~. ΣΥΝ. τετράγωνο (2) [< γαλλ. la seconde] , δεύτερος (ο) 1. ενν. όροφος: Ανεβαίνω/μένω στον ~ο. 2. (συνήθ. στη γεν., σε ανάγνωση ημερομηνίας γραμμένης με αριθμούς) ενν. μήνας, ο Φεβρουάριος: στις 3/2 (: τρεις ~έρου). 3. ΝΑΥΤ. ο δεύτερος στην ιεραρχία μηχανικός σε επιβατηγό ή εμπορικό πλοίο. ● ΣΥΜΠΛ.: δεύτερη θέση: οικονομική θέση, κυρ. σε πλοίο, τρένο: εισιτήριο/επιβάτες ~ης ~ης. Βλ. πρώτη θέση., δεύτερη φύση (μτφ.-εμφατ.): για στοιχείο άμεσα συνδεδεμένο με κάποιον ή πολύ οικείο σε αυτόν: Όταν συνηθίζεις κάτι, σου γίνεται ~ ~. [< γαλλ. seconde nature] , δεύτερο χέρι: για επανάληψη βαψίματος, πλυσίματος, ξεπλύματος· το ίδιο χρώμα του δεύτερου βαψίματος: (Ξε)πλένω τα ρούχα ~ ~.|| Πέρασα και το ~ ~ στον τοίχο., Δευτέρα Παρουσία βλ. παρουσία, δεύτερη Ανάσταση/Εσπερινός της Αγάπης/Αγάπη βλ. ανάσταση, δεύτερη γλώσσα βλ. γλώσσα, δεύτερη νιότη/νεότητα/εφηβεία βλ. νιότη, δεύτερη σκέψη βλ. σκέψη, δεύτερο (λεπτό) βλ. λεπτό, δεύτερο αντάρτικο βλ. αντάρτικο, πρώτης (Α')/δεύτερης (Β')/τρίτης (Γ')/τελευταίας διαλογής βλ. διαλογή, πρώτο/δεύτερο βιολί βλ. βιολί, πρώτου/δευτέρου/τρίτου βαθμού βλ. βαθμός, σε πρώτο/δεύτερο πλάνο βλ. πλάνο, σχολείο δεύτερης ευκαιρίας βλ. σχολείο, το ασθενές/ωραίο/δεύτερο/αδύναμο/αδύνατο φύλο βλ. φύλο ● ΦΡ.: από δεύτερο χέρι 1. για μεταχειρισμένα προϊόντα: βιβλία/ρούχα/συσκευές/υλικά ~ ~. Αγοράζω/ψωνίζω ~ ~. Πβ. χρησιμοποιημένος. 2. με διαμεσολάβηση, έμμεσα, χωρίς άμεση πρόσβαση στις αρχικές πηγές: διηγήσεις ~ ~. Πληροφορίες ~ ~. Βλ. από πρώτο χέρι. [< γαλλ. de seconde main] , για δεύτερη φορά: ξανά: πρωταθλητής ~ ~. ~ ~ μέσα σε έναν μήνα., κάθε δεύτερη μέρα/κάθε δεύτερο χρόνο: μέρα παρά μέρα, χρόνο παρά χρόνο: Τους επισκέπτομαι ~ ~ μέρα., κατά δεύτερο λόγο/κατά δεύτερον: για να δηλωθεί ότι κάτι κατέχει τη θέση που βρίσκεται αμέσως μετά την πρώτη., κατεβαίνει/παίζει με τα δεύτερα (προφ.): (συνήθ. στο ποδόσφαιρο) για ομάδα που αγωνίζεται με πολλούς αναπληρωματικούς ή νεαρούς και άπειρους παίκτες., το έν(α) δεύτερο: το ήμισυ ενός συνόλου (σύμβ. 1/2): ~ ~ του πληθυσμού/του συνόλου/της τιμής., χωρίς δεύτερη σκέψη (εμφατ.): αμέσως, χωρίς ενδοιασμό: Ανταποκρίθηκε ~ ~.|| (κατ' επέκτ.) Χωρίς ~η ματιά/προειδοποίηση., δεν υπάρχει άλλος/δεύτερος σαν (και/κι) αυτόν βλ. υπάρχω, έξις, δευτέρα φύσις βλ. φύση, κάλλιο/καλύτερα πρώτος στο χωριό, παρά δεύτερος στην πόλη βλ. χωριό, σε δεύτερη μοίρα βλ. μοίρα, τελευταίος (/δεύτερος/τρίτος) και καταϊδρωμένος βλ. καταϊδρωμένος, χωρίς δεύτερη κουβέντα/συζήτηση βλ. κουβέντα [< 1,2,3,4: αρχ. δεύτερος 5: γαλλ. second]

διακεκριμένος

διακεκριμένος, η, ο δι-α-κε-κρι-μέ-νος επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) που έχει διακριθεί σε έναν χώρο για τα προσόντα του ή την προσφορά του, σημαντικός: ~ος: επιστήμονας/καλλιτέχνης. ~η: προσωπικότητα. ~α: μέλη/στελέχη. Διεθνώς ~οι καθηγητές. Ένας από τους πιο ~ους συγγραφείς. Πβ. διαπρεπής, διάσημος, έγκριτος, εξέχων, επιφανής, φημισμένος.|| ~ο: έργο/ίδρυμα/πανεπιστήμιο (πβ. ονομαστός).|| Εταιρεία που παρέχει ~ες υπηρεσίες στον τομέα ... 2. που διαφέρει, ξεχωρίζει από κάποιον ή κάτι άλλο: ~ες: στήλες (πβ. διαχωρισμένες). Σαφώς ~α μεταξύ τους ζητήματα/όρια/τμήματα (πβ. διαφορετικός, ξεχωριστός). 3. ΝΟΜ. που αναφέρεται σε εξαιρετικά σοβαρή αξιόποινη πράξη: ~η: κλοπή/οπλοκατοχή. ~ες: φθορές (ξένης ιδιοκτησίας). ● επίρρ.: διακεκριμένα & (λόγ.) -ως ● ΣΥΜΠΛ.: διακεκριμένη θέση: προνομιακή θέση που εξασφαλίζεται με ακριβότερο εισιτήριο ή/και προορίζεται για τους επισήμους: (σε αεροπλάνο, πλοίο, τρένο:) ~ ~ για πτήσεις εξωτερικού. Επιβάτες/καμπίνα/σαλόνι (της) ~ης ~ης. Πβ. πρώτη θέση.|| ~ ~ σε γήπεδο/θέατρο. Βλ. βιπ. ΑΝΤ. οικονομική θέση (1) ● βλ. διακρίνω [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. διακρίνω, γαλλ. distingué]

εδραίος

εδραίος, α, ο [ἑδραῖος] ε-δραί-ος επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) εδραιωμένος: ~α: πεποίθηση. ~ες: αντιλήψεις (= παγιωμένες). Πβ. βάσιμος, σταθερός. 2. που είναι μόνιμα εγκατεστημένος κάπου: (ΑΝΘΡΩΠ.) νομαδικές και ~ες κοινωνίες.|| (ΖΩΟΛ.) ~οι: οργανισμοί (: που μετακινούνται ελάχιστα). 3. ΑΝΑΤ. που βρίσκεται κοντά στον πρωκτό: (ΖΩΟΛ.) ~ο: πτερύγιο. ● ΣΥΜΠΛ.: εδραία θέση 1. ΓΥΜΝ. στάση του σώματος κατά την οποία το άτομο είναι καθιστό και ο κορμός του σχηματίζει ορθή γωνία με τα πόδια του: κοιλιακοί σε ~ ~. Δίπλωση από ~ ~. 2. (μτφ.) πάγια και ακλόνητη αντίληψη, άποψη, πεποίθηση: ~ ~ της κυβέρνησης αποτελεί ... [< 1: αρχ. ἑδραῖος]

εκλόγιμος

εκλόγιμος, η, ο [ἐκλόγιμος] ε-κλό-γι-μος επίθ./ουσ. (λόγ.): που μπορεί να εκλεγεί, επειδή πληροί τις τυπικές προϋποθέσεις ή θεωρείται ικανός. Κυρ. στο ΣΥΝ. εκλέξιμος ● ΣΥΜΠΛ.: εκλόγιμη θέση & (σπάν.) σειρά: θέση στο ψηφοδέλτιο επικρατείας ή σε ευρωψηφοδέλτιο που καθιστά βέβαιη την εκλογή του υποψηφίου που την κατέχει. [< γαλλ. éligible, γερμ. wählbar]

ελαφρύνω

ελαφρύνω[ἐλαφρύνω] ε-λα-φρύ-νω ρ. (μτβ.) {ελάφρυν-α, ελαφρύν-θηκε, -θεί} (λόγ.-συνήθ. μτφ.): ελαφραίνω, απαλλάσσω κάποιον ή κάτι από δυσβάσταχτο βάρος: Προσπαθεί να ~ει τον πόνο τους. Η επιχείρηση έχει ~θεί από ασφαλιστικές εισφορές. Στόχος είναι να ~θούν (= ανασάνουν) οι χαμηλές εισοδηματικές τάξεις. Πβ. ανακουφίζω, ξαλαφρώνω. ΑΝΤ. επιβαρύνω (1) ● ΦΡ.: ελαφρύνω τη θέση κάποιου (μτφ.) 1. μετριάζω την ευθύνη του για κάτι: Προσπαθώντας να ~ει ~ της υποστήριξε ότι ... Με τις καταθέσεις τους ~ουν ~ του. 2. τον ανακουφίζω από οικονομικό κυρ. φορτίο: Νέα μέτρα που θα ~ουν ~ των εργαζομένων. [< μτγν. ἐλαφρύνω]

ενσυναίσθηση

ενσυναίσθηση[ἐνσυναίσθηση] εν-συ-ναί-σθη-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) ενσυναίσθημα (το): ΨΥΧΟΛ. ικανότητα επίγνωσης και κατανόησης της ψυχικής κατάστασης, των αναγκών, των ανησυχιών, των σκέψεων ενός προσώπου: γνωστική/συναισθηματική ~. Καλλιέργεια της δεξιότητας της ~ης (= συναισθηματικής ταύτισης) στο σχολείο. [< αγγλ. empathy, 1904, γαλλ. empathie, 1960]

επέχω

επέχω[ἐπέχω] ε-πέ-χω ρ. (μτβ.) {επείχε}: μόνο στη ● ΦΡ.: επέχει θέση (+ γεν.) (επίσ.): ισοδυναμεί με, λειτουργεί ως: Έντυπο που ~ ~ υπεύθυνης δήλωσης. Διαβεβαίωση που ~ ~ όρκου. Δευτερεύουσα πρόταση που ~ ~ αντικειμένου. [< γαλλ. tenir lieu] [< αρχ. ἐπέχω ‘έχω, κρατώ’]

ήλιος

ήλιος[ἥλιος] ή-λιος ουσ. (αρσ.) {-ιου (λόγ.) -ίου} 1. ΑΣΤΡΟΝ. (κ. με κεφαλ. Η) μέσος (νάνος) αστέρας, ο πλησιέστερος στη Γη και κέντρο του Ηλιακού Συστήματος, που είναι μια φωτεινή σφαίρα θερμού πλάσματος, αποτελούμενη από υδρογόνο, ήλιο και βαρέα στοιχεία, περίπου 70 συνολικά, στο κέντρο της οποίας γίνονται τεράστιες θερμοπυρηνικές αντιδράσεις, με αποτέλεσμα την παραγωγή μεγάλης ποσότητας ενέργειας, η οποία αποτελεί πηγή ζωής και φωτός για τον πλανήτη μας: ~ και Σελήνη. Οι διαβάσεις/η δομή (: πυρήνας, ζώνη ακτινοβολίας, ζώνη μεταφοράς, φωτό-, χρωμό-σφαιρα, στέμμα)/οι εκλάμψεις/η θερμοκρασία/η περιστροφή του ~ιου. Εκρήξεις/κηλίδες στην επιφάνεια του ~ιου. Βλ. ηλιακός. 2. (συνεκδ.) το συγκεκριμένο ουράνιο σώμα ως προς τη λάμψη, την ακτινοβολία ή/και τη θερμότητα που εκπέμπει: δυνατός/εκτυφλωτικός/καλοκαιρινός/καυτός/λαμπρός/μεσημεριανός ~. ~ και φεγγάρι. Ανατολή/δύση του ~ιου. Γυαλιά/ομπρέλα ~ίου. Ο ~ βγήκε (= ανέτειλε)/κρύφτηκε/μεσουρανεί. Καίει ο ~ (: κάνει πολλή ζέστη)!|| (το φως του ~ιου:) Τράβηξε τις κουρτίνες να μπει ο/λίγος ~. Με τυφλώνει ο ~.|| (οι ακτίνες του ~ιου:) Προστασία/προφύλαξη από τον ~ιο (= ηλιοπροστασία). Μην κάθεσαι πολλή ώρα στον/κάτω από τον ~ιο (βλ. ηλιοθεραπεία, λιάζομαι)! Κάηκε/μαύρισε από τον ~ιο (βλ. ηλιοκαμένος). Βλ. αντηλιά.|| (μτφ.-οικ., ως προσφών.) ~ιε μου! 3. (συνεκδ.) ηλιόλουστη μέρα, λιακάδα: Έχει ~ιο σήμερα (: καλοκαιρία, είναι χαρά θεού). 4. (συνεκδ.) σχέδιο ή απεικόνιση του άστρου αυτού: ο ~ της Βεργίνας. 5. ΑΣΤΡΟΝ. καθένα από τα αυτόφωτα αστέρια που συνιστά το κέντρο ηλιακών συστημάτων: οι αμέτρητοι ~ιοι του Σύμπαντος. 6. ΒΟΤ. ηλίανθος. ● ΣΥΜΠΛ.: η χώρα του ανατέλλοντος ηλίου: η Ιαπωνία., ο Ήλιος της Δικαιοσύνης (πρόφ. Ή-λι-ος) 1. ΕΚΚΛΗΣ. ο Ιησούς Χριστός. 2. (λογοτ.) η Δικαιοσύνη., έκλειψη Ηλίου βλ. έκλειψη, ο ήλιος του μεσονυκτίου βλ. μεσονύκτιο ● ΦΡ.: δεν έχει στον ήλιο μοίρα & χωρίς στον ήλιο μοίρα (προφ.): βρίσκεται σε πολύ άσχημη κατάσταση· είναι άπορος, άστεγος ή άνεργος, χωρίς κανένα στήριγμα ή περιουσιακό στοιχείο: ορφανά/φτωχοί χωρίς ~ ~. Πβ. δεν έχω πού την κεφαλήν κλίνη., ήλιος με δόντια (προφ.): ηλιόλουστη μέρα με παγωνιά., μια θέση στον ήλιο: μια δουλειά ή αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης: χιλιάδες υποψήφιοι για ~ ~. Νέοι που διεκδικούν/ζητούν ~ ~. Αγωνίζονται/μάχονται/παλεύουν για ~ ~., το(ν) βλέπει/χτυπά(ει) ο ήλιος: είναι εκτεθειμένο(ς) στον ήλιο ή την ακτινοβολία του: Δωμάτιο/σημείο που το ~ ~ (= ηλιόλουστο).|| (για πρόσ.) Βγες λίγο έξω να σε δει ο ~! (αρνητ. συνυποδ.) Βάλε καπέλο, θα σε χτυπήσει ~!, τον έπιασε ο ήλιος (προφ.): έχει μαυρίσει ή κοκκινίσει από τον ήλιο., είδε το (πρώτο) φως της ζωής/της (η)μέρας/του ήλιου βλ. φως, ηλίου φαεινότερον βλ. φαεινός, μέχρι να βγάλει ο ήλιος κέρατα βλ. κέρατο, ο ύπνος τρέφει τα παιδιά κι ο ήλιος τα μοσχάρια βλ. ύπνος, ουδέν καινόν υπό τον ήλιον βλ. καινός, ουδέν κρυπτόν (υπό τον ήλιον) βλ. κρυπτός, φρίξον ήλιε! βλ. φρίττω [< αρχ. ἥλιος, γαλλ. soleil, αγγλ. sun, γερμ. Sonne]

ισχυι

ισχυι

[ἰσχύς] ι-σχύς ουσ. (θηλ.) {γεν. ισχύ-ος, αιτ. ισχ-ύ} (λόγ.) 1. δύναμη, ικανότητα άσκησης εξουσίας, ελέγχου, επιρροής: αμυντική/κοινωνική/οικονομική/πολιτική/στρατιωτική ~. Επιβολή κανόνων διά της ~ος. Έχει σημαντική ~ύ στην αγορά. Πβ. πυγμή, σθεναρότητα.|| Η αποδεικτική ~ των επιχειρημάτων κάποιου.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ κρούσεως. 2. εγκυρότητα, κύρος: αναδρομική/καθολική/προσωρινή ~. ~ διαθήκης/συμβολαίου/υπουργικής απόφασης. Χρονική ~ διαβατηρίων/πιστοποιητικών. Αναστέλλω/παρατείνω την ~ύ (= διάρκεια) των μέτρων. Ανανέωση ~ος αδειών. Ο κανονισμός τίθεται εκτός ~ος. ΑΝΤ. ακυρότητα 3. ΦΥΣ. η ποσότητα ενέργειας που παράγεται ή καταναλώνεται στη μονάδα του χρόνου: ακτινοβολούμενη/ηλεκτρική/ηχητική/θερμαντική/ψυκτική ~. ~ εκπομπής/σήματος. Ονομαστική ~ γεννήτριας. Διαχείριση/μετάδοση/μονάδες (βλ. βατ, ίππος)/ποιότητα/πυκνωτές ~ος. Ηχεία/κινητήρες/συστήματα μεγάλης ~ος.|| Έκρηξη μεγάλης ~ος. ● ΣΥΜΠΛ.: θέση ισχύος: που προσδίδει πλεονέκτημα σε αυτόν που την κατέχει: Μιλάω από ~ ~. Βρίσκομαι σε ~ ~., τυπική ισχύς (νόμου) βλ. τυπικός ● ΦΡ.: (έχει) ισχύ νόμου: ισοδυναμεί με νόμο: Ειδική διάταξη που έχει ~ ~. Κανονιστικοί όροι με ~ ~. Η Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου κυρώνεται και αποκτά ~ ~., η ισχύς εν τη ενώσει (λόγ.): η δύναμη και η επιτυχία πηγάζουν από την ενότητα και τη συνεργασία., σε ισχύ & (λόγ.) εν ισχύι: για να δηλωθεί ότι κάτι ισχύει, είναι έγκυρο ή νόμιμο: Τα νέα μέτρα τέθηκαν ~ ~. Κοινοτική νομοθεσία ~ ~ από ..., επίδειξη δύναμης βλ. επίδειξη [< αρχ. ἰσχύς 3: αγγλ. power]

καρδιά

καρδιάκαρ-διά ουσ. (θηλ.) 1. ΑΝΑΤ. κοίλο μυώδες κεντρικό όργανο του κυκλοφορικού συστήματος· (ειδικότ. στον άνθρωπο) βρίσκεται ανάμεσα στους πνεύμονες προς το αριστερό μέρος του θώρακα και τροφοδοτεί με αίμα όλο το σώμα: οι βαλβίδες/οι κοιλότητες (: κόλποι και κοιλίες)/ο μυς (= μυοκάρδιο)/τα τοιχώματα (: ενδο-, περι-κάρδιο) της ~ιάς. Συστολή και διαστολή της ~ιάς (: παλμός, σφυγμός). Η ~ δέχεται το αίμα που προέρχεται από τις φλέβες και το ωθεί προς τις αρτηρίες. Βλ. αορτή, διάφραγμα, μεσοθωράκιο, προκάρδιο, τριχοειδή αγγεία.|| Τεχνητή ~. Εξέταση (= καρδιογράφημα, τρίπλεξ)/μεταμόσχευση ~ιάς. Ανακοπή/συγκοπή ~ιάς. Επέμβαση στην ~ (βλ. βηματοδότης, μπαϊπάς, μπαλονάκι, στεντ, χόλτερ). Βλ. καρδιοπάθεια, στηθοσκόπιο.|| Αδύναμη/γερή ~. Έχει/υποφέρει από την ~ του. Σταμάτησε η ~ του (= πέθανε). Το στρες και το κάπνισμα κάνουν κακό στην ~. Βλ. καρδιο-. 2. (κατ' επέκτ.) σύμβολο έρωτα ή αγάπης, κατά το σχήμα του συγκεκριμένου οργάνου: κόσμημα/μαξιλαράκι/τούρτα ~. Ζωγραφίζω μια ~ με βέλος. Χάραξαν μια ~ με τα ονόματά τους στο δέντρο. Βλ. καρδιόσχημος. 3. (μτφ.) ψυχή· χαρακτήρας: τα μυστικά της ~ιάς. Από τα μύχια της ~ιάς μου. Άνθρωπος χωρίς ~ (= άκαρδος). Η ~ μου πάει να σπάσει/χοροπηδάει (: από την αγωνία, τον φόβο ή την ταραχή). Έχει αγνή/ανοιχτή/άπονη/άστατη/ευαίσθητη/ευγενική/καθαρή/καλή/πονετική/σκληρή/τρυφερή/χρυσή ~ (βλ. -καρδος). (για αγαπημένο πρόσ.) Θα του έδινα/πρόσφερα/χάριζα (και) την ~ μου!|| (για μεγάλη στενοχώρια) Αγκάθι/μαχαίρι/μαχαιριά/πόνος/χτύπημα στην ~. Καίγεται/κλαίει/σκίζεται/σπάει/σπαράζει/σφίγγεται η ~ μου (= στενοχωριέμαι πολύ) να/όταν τον βλέπω να υποφέρει! Μου πίκρανες την ~ (= με πλήγωσες πολύ).|| Τα λόγια της άγγιξαν την (ή τις χορδές της ~ιάς)/μίλησαν στην ~ μου (= με συγκίνησαν).|| Άκου την ~ σου! ΣΥΝ. συναίσθημα. ΑΝΤ. λογική.|| (για νεκρό) Θα ζει για πάντα στις ~ιές μας (= θα τον θυμόμαστε). Βλ. μυαλό. ΣΥΝ. στήθος (3) 4. (ειδικότ.-μτφ.) διάθεση, όρεξη, προθυμία· κουράγιο, υπομονή: Πάρε ό,τι θέλει/λαχταράει/ποθεί η ~ σου!|| Χρειάζεται ~ (= θάρρος, τόλμη) για να τα βγάλει πέρα. Το κάνω με την ~ μου! Με τι ~ (: ψυχική δύναμη) να ...; 5. (μτφ.) κέντρο, μέσο: Στην ~ των γεγονότων/των εξελίξεων (= στο επίκεντρο)/του καλοκαιριού (= κατακαλόκαιρο)/της νύχτας/της πόλης (πβ. πυρήνας, ομφαλός). Μείνε στην ~ (= ουσία) του ζητήματος/του θέματος/του προβλήματος.|| Η ~ του καρπουζιού/του μαρουλιού (= εντεριώνη).|| Η ~ του αντιδραστήρα (: το μέρος όπου βρίσκονται τα καύσιμα και γίνονται οι αντιδράσεις σχάσης). ● Υποκ.: καρδούλα (η) [< μεσν. καρδούλα] ● ΣΥΜΠΛ.: αθλητική καρδιά βλ. αθλητικός, εγχείρηση ανοιχτής/ανοικτής καρδιάς βλ. εγχείρηση, μεγάλη καρδιά βλ. μεγάλος ● ΦΡ.: από καρδιάς & (λόγ.) από/εκ καρδίας: ειλικρινά, ολόψυχα: Συγχαρητήρια ~ ~! (Σας) ευχαριστώ (θερμά) ~ ~! Εύχομαι/θα ήθελα ~ ~ να ...|| Εξομολόγηση/συνέντευξη ~ ~ (= ειλικρινής). ΣΥΝ. από τα βάθη της καρδιάς/της ψυχής (μου), με όλη μου την ψυχή/την καρδιά, αφήνω την καρδιά μου να μιλήσει: εκφράζομαι με βάση τα πραγματικά μου αισθήματα., βάζω το χέρι/με το χέρι στην καρδιά: για να δηλωθεί απόλυτη ειλικρίνεια ή τιμιότητα., βγαίνει/πηδάει/σπαρταράει/τρέμει η καρδιά μου: ανησυχώ, αγωνιώ ή φοβάμαι πολύ: Όποτε ακούω θόρυβο τη νύχτα, τρέμει η ~ (= ψυχή) μου. Μέχρι την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων θα έχει βγει η ~ μου!, δεν μου κάνει καρδιά να ... (προφ.): δεν θέλω με τίποτα: ~ ~ την αφήσω μόνη της/φύγω. Τέτοιες μέρες δεν σου ~ ~ μείνεις σπίτι!, ελαφρά τη καρδία (λόγ.) & με ελαφριά (την) καρδιά: με επιπολαιότητα, απερισκεψία. Βλ. με βαριά καρδιά., έξω καρδιά (προφ.): (για πρόσ.) ανοιχτόκαρδος, απλόχερος, καλοσυνάτος, πρόσχαρος: Είναι (άνθρωπος/χαρακτήρας) ~ ~!, έχω (κάποιον)/έχει μπει (κάποιος) (μες) στην καρδιά μου (προφ.): του έχω ιδιαίτερη αγάπη ή συμπάθεια., η καρδιά μου χτυπάει σαν ταμπούρλο (προφ.): χτυπάει πολύ δυνατά και γρήγορα, συνήθ. από ξάφνιασμα, φόβο, αγωνία ή έντονη συγκίνηση., καίω/κατακτώ/κερδίζω/κλέβω/παίρνω την καρδιά κάποιου {συνήθ. στον αόρ.}: τον γοητεύω ερωτικά, τον κάνω να με ερωτευτεί., καλή καρδιά! (προφ.): προτροπή για αισιόδοξη, καλοπροαίρετη, φιλική διάθεση: ~ ~ (να υπάρχει) κι όλα θα φτιάξουν! Υγεία και ~ ~!, καρδιά/καρδούλα μου: ως οικεία προσφώνηση: Μη στενοχωριέσαι, ~ ~, όλα θα πάνε καλά! Τι έχεις, ~ ~, και κλαις; ~ ~ μου εσύ! ΣΥΝ. ψυχή/ψυχούλα μου!, με βαριά/κρύα/μισή καρδιά (προφ.): απρόθυμα: Ήρθε/το έκανε ~ ~. Βλ. ελαφρά τη καρδία., μου βαραίνει την καρδιά/το έχω βάρος στην καρδιά (μου) (προφ.): μου δημιουργεί αίσθημα ευθύνης, στενοχώρια ή τύψεις., πήγε/ήρθε η καρδιά μου στη θέση της (προφ.): ηρέμησα ύστερα από μεγάλη αγωνία, αναστάτωση: Μου τηλεφώνησε πως είναι καλά και ~ ~. ΑΝΤ. πήγε η ψυχή/η καρδιά μου στην Κούλουρη, τον/την πρόδωσε η καρδιά του/της: πέθανε από καρδιά., (έχει) καρδιά αγκινάρα βλ. αγκινάρα, ανοίγει η καρδιά/η ψυχή μου βλ. ανοίγω, ανοίγω την καρδιά μου/την ψυχή μου (σε κάποιον) βλ. ανοίγω, από τα βάθη της καρδιάς/της ψυχής (μου) βλ. βάθος, βρήκε/είδε ο γύφτος τη γενιά του (κι αναγάλλιασε η καρδιά του) βλ. γύφτος, γύφτισσα, γελάω με την καρδιά μου/με την ψυχή μου/μέχρι δακρύων βλ. γελώ, δεν το βαστά(ει) η καρδιά (/η ψυχή) μου/δεν μου βαστά(ει) η καρδιά (/η ψυχή) βλ. βαστώ, εκ γαρ του περισσεύματος της καρδίας (το στόμα λαλεί) βλ. περίσσευμα, έχει καρδιά μπαξέ βλ. μπαξές, καίει καρδιές βλ. καίω, κάνω πέτρα την καρδιά (μου)/κάνω την καρδιά (μου) πέτρα βλ. πέτρα, κλείνω στην καρδιά μου (κάποιον/κάτι) βλ. κλείνω, κρύα χέρια, ζεστή καρδιά βλ. χέρι, ματώνει η καρδιά μου βλ. ματώνω, μαυρίζει/μαύρισε η ψυχή μου βλ. μαυρίζω, με όλη μου την ψυχή/την καρδιά βλ. ψυχή, μου έκανε την καρδιά/μου έγινε η καρδιά περιβόλι βλ. περιβόλι, ο εκλεκτός/η εκλεκτή της καρδιάς της/του βλ. εκλεκτός, πήγε η ψυχή/η καρδιά μου στην Κούλουρη βλ. Κούλουρη, ραγίζω την καρδιά κάποιου/ραγίζει η καρδιά μου βλ. ραγίζω, το λέει η ψυχή/καρδιά/καρδούλα/περδικούλα του βλ. περδικούλα, το χέρι της καρδιάς βλ. χέρι, τραβάει η ψυχή/η καρδιά μου (κάτι) βλ. τραβώ, χαλάω τη ζαχαρένια/την καρδιά μου βλ. ζαχαρένια [< μεσν. καρδιά, γαλλ. cœur, αγγλ. heart]

κατάλληλος

κατάλληλος, η, ο κα-τάλ-λη-λος επίθ. {καταλληλότ-ερος, -ατος}: που διαθέτει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά για να εφαρμοστεί σε δεδομένη περίσταση, να χρησιμοποιηθεί για συγκεκριμένο σκοπό ή να κάνει κάτι: ~ος: εξοπλισμός/φωτισμός. Ο ~ τρόπος (= ευνοϊκός, πρόσφορος). Η ~η απάντηση (= ανάλογη, δέουσα)/θεραπεία (= ενδεδειγμένη)/λύση/στιγμή. Το ~ο λογισμικό/φάρμακο. Οι ~ες διαδικασίες/προϋποθέσεις (: αναγκαίες)/συνθήκες. Ταινία ~η για άτομα άνω των δεκαπέντε ετών. Δημιουργία του ~ου πλαισίου. Δεν μπορώ να βρω τον ~ο όρο/την ~η λέξη για να περιγράψω ... (πβ. δόκιμος). Δεν είναι η ~η στιγμή/ώρα να ... Του δόθηκε η ~η ευκαιρία. Δεν έχει τις ~ες γνώσεις/τα ~α προσόντα για τη θέση (πβ. επαρκής). Προχώρησαν στις ~ες ενέργειες/στους ~ους χειρισμούς. Λήφθηκαν τα ~α μέτρα/οι ~ες προφυλάξεις (πβ. απαραίτητος).|| Αναζήτηση των ~ων συνεργατών. Ο μόνος/πιο/πλέον ~ (= αρμόδιος, ειδικός) για να σε συμβουλεύσει είναι ο γιατρός σου. Δεν είναι ~ για τη δουλειά (πβ. ικανός). (σε δημοσκόπηση:) Ποιον θεωρείτε ~ότερο για πρωθυπουργό; Πβ. αρμόζων, ενδεικνυόμενος, επαρκής, πρέπων. ΑΝΤ. ακατάλληλος (1) ● επίρρ.: κατάλληλα & (λόγ.) καταλλήλως: ~ ντυμένος.|| (απειλητ.) Θα σου απαντούσα ~ως (= αναλόγως), αλλά έχε χάρη! Θα σε περιποιηθώ ~ως (: όπως σου αξίζει)! Πβ. δεόντως. ● ΦΡ.: ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση: ο πιο αρμόδιος για μια δουλειά ή ένα αξίωμα: Τοποθέτησαν τον ~ο ~ο ~. [< αγγλ. the right man in the right place] [< μτγν. κατάλληλος]

κατέχω

κατέχωκα-τέ-χω ρ. (μτβ.) {κατείχα (λαϊκό) κάτεχα, κατέχ-εται, -όταν, κατέχ-οντας, (λόγ.) -ων, -όμενος} 1. έχω στην ιδιοκτησία, στην κυριότητά μου: ~ει ακίνητα/εκτάσεις/μετοχές/το ...% της εταιρείας. ~ουν μέσα παραγωγής/πλούτο.|| Δεν κατείχαν ταξιδιωτικά έγγραφα. Κατείχαν παράνομα κροτίδες. 2. διαθέτω, έχω: ~ει εξουσία/το πανευρωπαϊκό ρεκόρ στην .../τα πρωτεία/την πρωτιά. ~ει επάξια το αξίωμα του προέδρου/τη φήμη του ... ~ουν άδεια άσκησης επαγγέλματος/δικαίωμα ψήφου/εμπιστευτικές πληροφορίες/τίτλους σπουδών. Κατείχε διευθυντική/ηγετική θέση. 3. γνωρίζω τέλεια ή/και σε βάθος, είμαι ειδήμων: ~ει την αλήθεια/ένα μυστικό.|| ~ μια τέχνη/τεχνική. ~ει γνώσεις και ικανότητες/ξένες γλώσσες/προσόντα.|| ~ουν απόλυτα το αντικείμενο. Δεν το ~ (ενν. το θέμα). (προφ.) Το ~ει το άθλημα (: είναι εξπέρ). Πβ. ξέρω. ΑΝΤ. αγνοώ (1) ● κατέχει 1. (για ξένη χώρα) εξουσιάζει, έχει καταλάβει με στρατιωτική δύναμη: Το νότιο τμήμα ~εται από τους ... ~όμενες: περιοχές. 2. διακατέχει: Τον ~ ανησυχία. 3. (για περιοχή) καταλαμβάνει, εκτείνεται, βρίσκεται σε: Ο Νομός ~ το βορειοδυτικό άκρο της χώρας. Περιφέρειες που ~ουν προνομιακή γεωγραφική θέση. [< 1: γαλλ. occuper] ● Παθ.: κατέχομαι: διακατέχομαι: ~εται (= κυριαρχείται, κυριεύεται) από το πάθος της .../φόβους. ~όταν από την ιδέα ότι .../το όραμα της ... Πβ. φλέγομαι. ● ΦΡ.: κατέχει δεσπόζουσα/εξέχουσα/κεντρική/περίοπτη θέση: κυριαρχεί, υπερέχει: Το μνημείο ~ ~ (μέσα) στην πόλη.|| (μτφ.) Η επιχείρηση ~ ~ στην αγορά., κρατά/κατέχει τα σκήπτρα/τα ηνία βλ. σκήπτρο [< αρχ. κατέχω, γαλλ. posséder]

κένωση

κένωσηκέ-νω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. {συνήθ. στον πληθ.} αποβολή περιττωμάτων· συνεκδ. περιττώματα: μέλαινα ~. ~ώσεις μωρού.|| Διαρροϊκές/υδαρείς ~ώσεις. Βλ. δυσκοιλιότητα, καθαρτικό. 2. ΙΑΤΡ. (γενικότ.) άδειασμα του περιεχομένου εσωτερικού οργάνου του σώματος: γαστρική ~ (: του στομάχου). ~ εντέρου (= αφόδευση). ~ της κύστης. Βλ. εκ~, μετα~. 3. ΘΕΟΛ. η ενανθρώπηση του Χριστού. ● ΣΥΜΠΛ.: κένωση (της) θέσης/(των) θέσεων: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. το κενό που προκύπτει σε φορέα, οργανισμό ή υπηρεσία μετά την αποχώρηση υπαλλήλου. ΑΝΤ. πλήρωση (της) θέσης/(των) θέσεων [< αρχ. κένωσις]

κοινωνικός

κοινωνικός, ή, ό κοι-νω-νι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την κοινωνία και τα μέλη της: ~ός: θεσμός/πολιτισμός/ρατσισμός/τομέας/φορέας/χαρακτήρας. ~ή: αλλαγή/αλληλεπίδραση/ανάπτυξη/άνοδος/βελτίωση/διαστρωμάτωση/διαφοροποίηση/ειρήνη/ελίτ/ευημερία/ζωή/ιεραρχία/καταξίωση/κρίση/μειονότητα/οργάνωση/παθογένεια/πραγματικότητα/πρόοδος/προσαρμογή/συμπεριφορά. ~ό: αγαθό/ζήτημα/θέμα/σύνολο/σύστημα. ~οί: δεσμοί/παράγοντες. ~ές: αντιθέσεις/δεξιότητες/εντάσεις/εξελίξεις/συγκρούσεις/συμβάσεις/σχέσεις/υποθέσεις. ~ά: δεδομένα/στρώματα/φαινόμενα. Βλ. ατομικός, ψυχο~.|| Ο άνθρωπος αποτελεί ~ό όν (: έχει την τάση να δημιουργεί κοινωνίες και να ζει σε αυτές). ~ά: έντομα (π.χ. οι μέλισσες). 2. που αναφέρεται ή στοχεύει στη βελτίωση της ζωής σε μια κοινωνία: ~ός: εθελοντισμός/σχεδιασμός/φιλελευθερισμός/χάρτης (: που περιέχει τα θεμελιώδη ~ά δικαιώματα των εργαζομένων). ~ή: απασχόληση/ατζέντα/βοήθεια/δράση/έρευνα/ευαισθητοποίηση/μέριμνα/νομοθεσία/προσφορά/συνεισφορά/υγεία/φροντίδα. ~ό: έργο/ίδρυμα/κίνημα/πρόγραμμα. ~οί: αγώνες. ~ές: κατακτήσεις/παροχές/υπηρεσίες/υποδομές. ~ά: μέτρα. Δίκτυο ~ής Υποστήριξης Προσφύγων και Μεταναστών. Ευρωπαϊκό ~ό Ταμείο (ακρ. ΕΚΤ). Τμήμα ~ής Διοίκησης/Εργασίας. Ο ~ ρόλος της επιστήμης και της Ανώτατης Εκπαίδευσης.|| (για τη στήριξη ευπαθών ομάδων) ~ό: ιατρείο/παντοπωλείο/φαρμακείο. 3. (για πρόσ.) που έχει πολλές (κοινωνικές) συναναστροφές ή που χαρακτηρίζεται από τάση και επιθυμία για γνωριμία με άλλους ανθρώπους: ~ός: τύπος/χαρακτήρας. Είναι πολύ ~, κάνει πολύ εύκολα φίλους. Πβ. κοσμικός. ΣΥΝ. εξωστρεφής ΑΝΤ. ακοινώνητος (1), αντικοινωνικός (2), απόμακρος (2), μονόχνοτος 4. που αναφέρεται σε κοινωνικά θέματα ή/και προβλήματα: ~ή: (τηλεοπτική) σειρά/ταινία. ~ό: μυθιστόρημα/σίριαλ. Μήνυμα ~ού περιεχομένου. ● Ουσ.: κοινωνικά (τα): (στον έντυπο ή ηλεκτρονικό Τύπο) στήλη με αγγελίες γεννήσεων, γάμων, θανάτων ή άλλων κοινωνικών γεγονότων. ● επίρρ.: κοινωνικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: ~ αποδεκτός/αποκλεισμένος/απομονωμένος. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνικά δίκτυα/μέσα & μέσα κοινωνικής δικτύωσης & κοινωνική δικτύωση & σόσιαλ μίντια: ΔΙΑΔΙΚΤ. τρόπος διαδραστικότητας που επιτρέπει στους χρήστες να επικοινωνούν εικονικά, να δημιουργούν περιεχόμενο στο διαδίκτυο και να το μοιράζονται με άλλους χρήστες: ιστότοποι/κοινότητες/μέσα/πλατφόρμες/υπηρεσίες κοινωνικής δικτύωσης. Προφίλ σε κοινωνικά δίκτυα/μέσα (βλ. ίνσταγκραμ, τουίτερ, φέισμπουκ). Βλ. ιμέιλ, τσατ. [< αγγλ. social networking, 1998, social media, 2004] κοινωνικές επιστήμες: που έχουν ως αντικείμενο τους θεσμούς, τη δομή και τη λειτουργία των (ανθρώπινων) κοινωνιών καθώς και τις διαπροσωπικές σχέσεις μεταξύ των μελών τους. Βλ. ανθρωπο-, κοινωνιο-, ψυχο-λογία., κοινωνική δικαιοσύνη: ισότητα μεταξύ των μελών μιας κοινωνίας (στην οικονομία, τη μόρφωση)· ειδικότ. η κατανομή των υλικών αμοιβών με βάση ηθικές και κοινώς αποδεκτές αρχές: αγώνας για ~ ~. Πολιτική ~ής ~ης, κοινωνική δομή: η μορφή της εσωτερικής οργάνωσης μιας κοινωνίας (με θεσμούς, οικονομικά συστήματα, κοινωνικές τάξεις): η ~ ~ μιας αρχαιοελληνικής πόλης/της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας/ενός ευρωπαϊκού κράτους., κοινωνική εργασία 1. εφαρμοσμένη επιστήμη που έχει ως αντικείμενο την αντιμετώπιση κοινωνικών προβλημάτων και αναγκών με στόχο την κοινωνική ευημερία· συνεκδ. το επάγγελμα του κοινωνικού λειτουργού: Τμήμα ~ής ~ας. 2. υπηρεσία που προσφέρουν οι αντιρρησίες συνείδησης στα πλαίσια της εναλλακτικής θητείας και γενικότ. κάθε εθελοντική εργασία που παρέχεται συνήθ. σε νοσοκομεία, κοινωφελή ιδρύματα και φυλακές., κοινωνική θέση: η θέση ενός ατόμου ανάμεσα στα μέλη μιας κοινωνίας με βάση τον κοινωνικό ρόλο που έχει ή σύμφωνα με κοινώς αποδεκτά κριτήρια (π.χ. οικονομική κατάσταση, επάγγελμα, μόρφωση): υψηλή/χαμηλή ~ ~. Η ~ ~ της γυναίκας σήμερα., κοινωνική κινητικότητα: η μεταβολή της κοινωνικής θέσης ενός ατόμου κατά τη διάρκεια της ζωής του (π.χ. ένας φτωχός που γίνεται πλούσιος και αντίστροφα). [< αγγλ. social mobility, 1927] , κοινωνική συνείδηση: το ενδιαφέρον για τα προβλήματα της κοινωνίας και των μελών της, που συχνά συνοδεύεται από ανάληψη δράσης για την αντιμετώπισή τους., κοινωνική ψυχολογία: ΨΥΧΟΛ. ψυχοκοινωνιολογία. Βλ. δυναμική της ομάδας. [< αγγλ. social psychology] , κοινωνικοί εταίροι : ΠΟΛΙΤ. (κυρ. για συλλογικές διαπραγματεύσεις) οι εργοδότες και οι εργαζόμενοι ή συχνότ. οι εκπρόσωποί τους: εθνικοί/Ευρωπαίοι ~ ~. Οικονομικοί και ~ ~. Διάλογος με ~ούς ~ους. Βλ. συνομιλητής., κοινωνικοί κανόνες: που περιέχουν πρότυπα αποδεκτής από την κοινωνία συμπεριφοράς και δράσης: άγραφοι ~ ~., κοινωνικός διάλογος: που γίνεται μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων για την επίλυση εργασιακών ζητημάτων: ~ ~ για την προώθηση της απασχόλησης., κοινωνικός τουρισμός: κρατικός θεσμός με τον οποίο παρέχονται φτηνές ή δωρεάν διακοπές σε ορισμένες κατηγορίες ατόμων (οικονομικά ασθενείς, άτομα με ειδικές ανάγκες): εσωτερικός/ευρωπαϊκός ~ ~. Δελτίο/εισιτήρια/πρόγραμμα ~ού ~ού. ~ ~ για αγρότες/για την τρίτη ηλικία., (κοινωνικό) περιθώριο/περιθώριο της κοινωνίας βλ. περιθώριο, αγωγή του πολίτη βλ. αγωγή, εναλλακτική (κοινωνική) θητεία βλ. θητεία, εταιρική κοινωνική ευθύνη βλ. ευθύνη, κοινωνικές υπηρεσίες βλ. υπηρεσία, κοινωνικές υποχρεώσεις βλ. υποχρέωση, κοινωνική αλληλεγγύη βλ. αλληλεγγύη, κοινωνική ανθρωπολογία βλ. ανθρωπολογία, κοινωνική ανισότητα βλ. ανισότητα, κοινωνική αντίληψη βλ. αντίληψη, κοινωνική ασφάλεια βλ. ασφάλεια, κοινωνική ασφάλιση βλ. ασφάλιση, κοινωνική ένταξη βλ. ένταξη, κοινωνική μητέρα βλ. μητέρα, κοινωνική οικονομία βλ. οικονομία, κοινωνική ομάδα βλ. ομάδα, κοινωνική πολιτική βλ. πολιτική, κοινωνική πρόνοια βλ. πρόνοια, κοινωνική προστασία βλ. προστασία, κοινωνική συνοχή βλ. συνοχή, κοινωνική τάξη βλ. τάξη, κοινωνικό κεφάλαιο βλ. κεφάλαιο, κοινωνικό κράτος βλ. κράτος, κοινωνικό ντάμπινγκ βλ. ντάμπινγκ1, κοινωνικό περιβάλλον βλ. περιβάλλον, κοινωνικό συμβόλαιο βλ. συμβόλαιο, κοινωνικό φύλο βλ. φύλο, κοινωνικός αποκλεισμός βλ. αποκλεισμός, κοινωνικός αυτοματισμός βλ. αυτοματισμός, κοινωνικός δαρβινισμός βλ. δαρβινισμός, κοινωνικός έλεγχος βλ. έλεγχος, κοινωνικός ιστός βλ. ιστός, κοινωνικός λειτουργός βλ. λειτουργός, κοινωνικός/έμμεσος μισθός βλ. μισθός, λαϊκή/κοινωνική συναίνεση βλ. συναίνεση [< αρχ. κοινωνικός, γαλλ. social, sociable]

κουνώ

κουνώ[κουνῶ] κου-νώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κουν-άς ... | κούν-ησα, -ιέμαι, -ήθηκα, κουν-άμενος, -ημένος, -ώντας} & κουνάω 1. κινώ κάποιον ή κάτι πέρα δώθε: ~ το μαντίλι σε κάποιον (: τον αποχαιρετώ)/το μπουκάλι (= ανακινώ, αναταράζω)/το μωρό (για να κοιμηθεί)/τη σημαία/το σκεύος (για να μην κολλήσει το φαγητό). ~ κάτι δεξιά-αριστερά/πάνω-κάτω. ~ησε το χέρι/τους ώμους της. ~ησε το κεφάλι αρνητικά/καταφατικά (πβ. γνέφω). ~ ρυθμικά το σώμα (πβ. λικνίζω). Τον προειδοποίησε, ~ώντας του το δάχτυλο. Ο σκύλος ~άει την ουρά του. O αέρας ~άει τα κλαδιά/τα φύλλα των δέντρων. Παρακαλώ μην ~άτε το κάθισμα. Ο σεισμός μάς ~ησε αρκετά (: ταρακούνησε, τράνταξε)! Το δόντι μου ~άει/~ιέται. Tο αεροπλάνο/το πλοίο ~άει/~ιέται (: κλυδωνίζεται, σκαμπανεβάζει). Στήριξέ το για να μην ~ιέται. Πβ. σείω.|| ~ημένη: φωτογραφία (: που δεν τραβήχτηκε με σταθερό χέρι και είναι θολή). 2. μετακινώ, μεταφέρω, αλλάζω θέση: Μην ~ήσεις τίποτα από τα πράγματά μου. Πολύ βαρύ το γραφείο, είναι αδύνατο να το ~ήσουμε από εδώ. Δεν το ~ από το σπίτι (= δεν απομακρύνομαι, δεν φεύγω). Πβ. μετατοπίζω. Βλ. ξε~.|| (μτφ.) Κανείς δεν τον ~άει από τη θέση του (: έχει σταθερό, μόνιμο πόστο). ● Παθ.: κουνιέμαι (προφ.) 1. κινούμαι· δραστηριοποιούμαι: Μην ~ιέσαι συνεχώς στο κάθισμα, με ενοχλείς. ~ιέται ολόκληρος από τα γέλια (πβ. τραντάζομαι). Πονάω, δεν μπορώ να ~ηθώ. Δεν ~ήθηκε καθόλου/από τη θέση του. Πβ. αναδεύομαι, μετακινούμαι, σαλεύω.|| (μτφ.) Αν δεν ~ηθείς, δεν θα λυθούν τα προβλήματα. ΑΝΤ. αδρανώ 2. {συνήθ. στην προστ.} βιάζομαι, ενεργώ βιαστικά, γρήγορα: ~ήσου, θα αργήσουμε! ● ΦΡ.: δεν κουνάει/κουνιέται φύλλο (προφ.) 1. δεν φυσά καθόλου. 2. (μτφ.) υπάρχει πλήρης έλλειψη δραστηριότητας, κινητικότητας: Στην αγορά ~ ~ λόγω της ακρίβειας., κούνα τα χέρια σου/τα πόδια σου! (προφ.): βιάσου, κάνε γρήγορα., κουνάω την ουρά/ουρίτσα μου (σε κάποιον) (μτφ.-προφ.): τον αναστατώνω ή τον προκαλώ ερωτικά., κουνήσου από τη θέση σου & (σπάν.) από τον τόπο σου (προφ.): για να αποτραπεί η πραγματοποίηση των λόγων κάποιου: -Αν πεθάνω ... -~ ~, χριστιανέ μου (: μη λες τέτοια πράγματα, σταμάτα)! ΣΥΝ. φάε/δάγκωσε/κατάπιε τη γλώσσα σου!, χτύπα/να χτυπήσω ξύλο!, κουνιέμαι σε κάποιον (μτφ.-προφ.) 1. του κάνω τον σπουδαίο ή του προβάλλω αντιρρήσεις. 2. τον προκαλώ ερωτικά., δεν κάνω/δεν το κουνάω ρούπι βλ. ρούπι, δεν κουνά/δεν σηκώνει ούτε το δαχτυλάκι του/ούτε το μικρό του δαχτυλάκι βλ. δάχτυλο, κούνια που σε κούναγε βλ. κούνια, κουνιέται/σειέται και λυγιέται βλ. λυγώ, την κουνάει την αχλαδιά βλ. αχλαδιά [< μεσν. κουνώ]

κρατώ

κρατώ[κρατῶ] κρα-τώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κρατ-άς (σπάν.) -είς, κρατ-ά κ. -άει (σπανιότ.) -εί ... | κράτ-ησα, -ιέται κ. -είται, -ήθηκα, -ώντας, -ημένος} & κρατάω 1. έχω κάτι ή κάποιον στα χέρια μου, πιάνοντάς το(ν) ώστε να μην πέσει, να μην κινείται: ~ τη βαλίτσα/λουλούδια/το μωρό (αγκαλιά)/πανό/τη ρακέτα/τη σημαία (πβ. βαστώ). Μου ~άει την πόρτα, για να περάσω. Τον ~ούσε σφιχτά από το μανίκι/τη μέση/το χέρι. ~ σταθερά το τιμόνι. ~ τον σκύλο από το λουρί. ~ά στα χέρια της ένα βιβλίο/το τρόπαιο. Κράτα το όρθιο/χαμηλά/ψηλά. Κράτα μου λίγο την τσάντα. ~ιέμαι από τα κάγκελα/την κουπαστή (πβ. πιάνομαι). ~ήσου καλά. ~ηθείτε χέρι-χέρι. ΑΝΤ. αφήνω.|| (κατ' επέκτ.) Δεν με ~άει το σκοινί. Πώς θα ~ήσει τόσο βάρος το τραπέζι; Πβ. αντέχω, σηκώνω. 2. (γενικότ.) έχω στην κατοχή μου κάτι: Θα ~ήσει το διαμέρισμα για δική του χρήση. ~ησε το μερίδιό του.|| ~άει όπλο. Δεν ~ χρήματα/ψιλά (: δεν έχω πάνω μου, δεν μου βρίσκονται). 3. διατηρώ σε ορισμένη κατάσταση: ~ησε την ανωνυμία του/την αξιοπρέπειά του/το δικαίωμα να .../μια σχέση (μυστική)/την ψυχραιμία του (ΑΝΤ. έχασε). ~ ουδετερότητα. Μας ~άει σε αγωνία/αναμονή/εγρήγορση/υπερένταση/φόρμα. ~ούν το κοινό καθηλωμένο. ~ τα βλέφαρα/μάτια ανοιχτά. ~ αποθηκευμένο το μήνυμα/απόρρητη την έκθεση/(καλά) κρυμμένο το γράμμα. ~ το παράθυρο κλειστό/πατημένο το πλήκτρο/το περιβάλλον καθαρό/τις τιμές σε χαμηλά επίπεδα. Οι παίκτες ~ησαν τη διαφορά σταθερά πάνω από τους δέκα πόντους. ~ήστε το δέρμα σας ενυδατωμένο/ίσια την πλάτη/το κεφάλι ψηλά/τον οργανισμό σας υγιή. ~άει τον ρυθμό με το ντέφι. Με το ζόρι ~ιέμαι ξύπνιος/όρθιος. Κατάφερε να ~ηθεί στην εξουσία/στην επιφάνεια/στην κορυφή/στην πρώτη θέση (πβ. παραμένω). 4. φυλάω ή συγκρατώ κάτι, ώστε να μη χαθεί, καταστραφεί ή ξεχαστεί: ~ αντίγραφο/αποδείξεις/αρχεία/ντοκουμέντα/τα πρωτότυπα/φωτογραφίες. ~ (κάτι) ως εγγύηση/για ενθύμιο/ως φυλαχτό. ~ αποθέματα/δυνάμεις για ... ~ τα γραπτά μου σε συρτάρι. Μην ~άτε προσωπικά δεδομένα στον υπολογιστή σας. Τα στοιχεία ~ούνται εμπιστευτικά. ~ήστε τα εισιτήρια μέχρι την έξοδό σας από τον σταθμό.|| ~ αυτά που είπες/τα βασικά/τα θετικά/την ουσία/μια φράση από ... ~ στη μνήμη/στο μυαλό/στο νου μου τις αναμνήσεις από .../(ζωντανά) τα λόγια/τη μορφή σου (πβ. θυμάμαι). Αυτό που ~ από τις δηλώσεις/από τη φετινή χρονιά είναι ... Θα ~ήσω μόνο τα καλά. 5. φυλακίζω προσωρινά κάποιον χωρίς δικαστική απόφαση ή ένταλμα σύλληψης, του στερώ την ελευθερία του: Τον ~ησαν για ανάκριση/στην Aσφάλεια/στο αυτόφωρο/στο (αστυνομικό) τμήμα. Τους ~ούσε αιχμαλώτους/δεμένους/δέσμιους/έγκλειστους/ομήρους/φυλακισμένους. ~ούνται αδίκως/παράνομα/για τα πολιτικά τους φρονήματα/υπό περιορισμό. ~είται σε απομόνωση/σε κελί/σε στρατόπεδο/στη φυλακή. Συνελήφθη και ~είται για εμπλοκή στη ληστεία/στην υπόθεση. Εξακολουθούν να ~ούνται από τις Αρχές οι ... (: τελούν υπό κράτηση). 6. έχω κάτι υπό τον έλεγχο, τη φροντίδα, την ευθύνη, την επίβλεψή μου: ~ το μαγαζί (πβ. διευθύνω)/το νοικοκυριό/το ξενοδοχείο/το σπίτι (πβ. καθαρίζω, συντηρώ)/το ταμείο. ~ τα λογιστικά βιβλία (πβ. ενημερώνω, τηρώ). Από τότε που αρρώστησε, τα παιδιά του ~άνε τη δουλειά/το μαγαζί.|| (μτφ.) ~άμε την τύχη στα χέρια μας. Η ομάδα ~ά το εισιτήριο για τον τελικό. ~ούν τα κλειδιά της επιτυχίας. Ένας παίκτης ~ησε μόνος του όλη την ομάδα (πβ. στηρίζω). Βλ. ανδρο-, γυναικο-κρατείται. 7. δεν αφήνω κάτι να εκτεθεί, να φανερωθεί, να εκδηλωθεί: ~ησε τα δάκρυα/τον θυμό/τα νεύρα του (πβ. συγκρατώ). Έχω διαμορφώσει άποψη, αλλά την ~ για τον εαυτό μου/για μένα. Δεν μπορεί να ~ήσει τα συναισθήματά της. Το καλύτερο σας το ~ για το τέλος/έκπληξη. Μού 'ρχεται να κλάψω μα ~ιέμαι. Πώς ~ήθηκα και δεν είπα τίποτα! Δεν μπόρεσα να ~ηθώ από τα γέλια.|| Δεν μπορώ να ~ηθώ, πρέπει να πάω στην τουαλέτα. 8. τηρώ: ~ούν τις αξίες/τις αρχές/τα έθιμα/τις παραδόσεις. ~ησε την αξιοπρέπειά/το λόγο (της τιμής)/τον όρκο/την υπόσχεσή του (ΑΝΤ. αθετώ). ~ (αρνητική/θετική) στάση απέναντι σε ... Θα ~ηθεί σειρά προτεραιότητας. 9. (γενικότ.) για να δηλωθεί ενέργεια: ~ παρέα/συντροφιά σε κάποιον (πβ. κάνω). ~ τις επιφυλάξεις μου (= επιφυλάσσομαι).|| ~ ημερολόγιο (πβ. γράφω)/λογαριασμό/παρουσίες (πβ. παίρνω)/πρακτικά/σημειώσεις. ~ τα στοιχεία κάποιου (πβ. καταχωρώ, σημειώνω). Δεν ~ησα το νούμερο του αυτοκινήτου/το τηλέφωνό του. Εφαρμογή/συσκευή που ~άει τον χρόνο/την ώρα (πβ. καταγράφω). 10. κάνω κράτηση, εξασφαλίζω εκ των προτέρων θέση, εισιτήριο: ~ δωμάτιο/τραπέζι (στο όνομά μου). Πβ. αγκαζάρω, κλείνω. 11. δεσμεύω κάποιον, δεν τον αφήνω να φύγει: Την ~ησα για φαγητό. Πουλάει φτηνά, για να ~ήσει τους πελάτες. Τίποτα δεν με ~άει πια εδώ. Πώς θα τον ~ήσω κοντά μου; Η αγάπη τούς ~ησε μαζί. Μη σας ~ άλλο (πβ. καθυστερώ). Μας ~ησε μέχρι αργά. Θα τον ~ήσουν (: δεν θα τον απολύσουν) στη δουλειά. 12. παρακρατώ: ~ μέρος των χρημάτων/τους τόκους. Τι σου ~άνε από τον μισθό; ~είται προμήθεια 0,30 ευρώ ανά συναλλαγή.|| (ειδικότ.) Κράτα τα ρέστα (: μη μου τα δίνεις). 13. (για πρόσ., πράγμα ή ουσία) συγκρατώ: Κράτα με, γιατί θα του ορμήξω. Τα δέντρα ~ούν το χώμα. Ο οργανισμός του ~ά (= κατακρατεί) περισσότερα υγρά από όσα χρειάζεται (πβ. απορροφώ). 14. αντέχω: Λάστιχα που ~άνε στον δρόμο (: είναι ανθεκτικά).|| (μτφ.) ~ησε στην πολιορκία (πβ. αντιστέκομαι). Πώς ~ησε και δεν τα παράτησε! (ως προτροπή) Κράτα γερά! Παρά τις δοκιμασίες ~ήθηκε στο ύψος του. Πβ. βαστώ. 15. (προφ.) κατάγομαι: ~άει από καλή οικογένεια/σόι. ~ από τη Μάνη.|| (παλαιότ.) ~άει από αρχοντική γενιά.κρατά & κρατάει 1. διαρκεί, αντέχει στον χρόνο: Μπαταρία που δεν ~ πολύ. Όλα τα ωραία ~άνε λίγο. Η εξορία/ο πόλεμος/η σχέση ~ησε δέκα χρόνια. Καλό ήταν όσο ~ησε. Πόσο ~ησαν οι διαπραγματεύσεις; 2. διατηρείται: Το μακιγιάζ/το χτένισμα ~ (: δεν χαλάει). Δεν ~άνε τα τυριά εκτός ψυγείου (: αλλοιώνονται). ● ΦΡ.: (ο χορός) καλά κρατεί (συχνά αρνητ. συνυποδ.): για κατάσταση που έχει διάρκεια, συνεχίζεται με αμείωτη ένταση: Η βεντέτα/η κρίση/o πόλεμος ~ ~. ~ ~ η προεκλογική αντιπαράθεση. (Και) τα πανηγύρια/σκάνδαλα ~ ~ούν., δεν κρατιέμαι (προφ.): για να δηλωθεί έντονη ανυπομονησία, επιθυμία, ανάγκη για κάτι: ~ ~ιόταν από τη χαρά της., κράτα με να σε κρατώ (ν' ανεβούμε στο βουνό) (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι με τη συνεργασία επιτυγχάνεται καλύτερα ο στόχος. Πβ. το 'να χέρι νίβει τ' άλλο και τα δυο το πρόσωπο., κρατά(ει) τη θέση του (μτφ.) 1. ενεργεί κατά τρόπο που να μη θίγεται η αξιοπρέπειά του ή να μην εκτίθεται: Ξέρει να ~ ~. 2. επιμένει στις απόψεις του., κρατάει χαρακτήρα (μτφ.-προφ.): παραμένει σταθερός στις απόψεις του, δεν αλλάζει στάση, συμπεριφορά., κρατάω το παιδί 1. (για έγκυο) αποφασίζω να μη διακόψω την κύηση. 2. το φυλάω, προσέχω (όταν λείπουν οι γονείς του από το σπίτι): Ποιος σου ~άει ~; Βλ. μπέιμπι σίτερ., κρατώ κάποιον ζωντανό/στη ζωή: τον βοηθώ να ζήσει ή να επιβιώσει παρά τις αντιξοότητες: Την ~ούν στη ζωή με μηχανική υποστήριξη.|| (μτφ.) Η ελπίδα/το πείσμα τον ~ησε ζωντανό. (κατ' επέκτ.) ~ησε ζωντανό το όνειρο., κρατώ κάτι μυστικό/κρυφό: δεν το φανερώνω: ~ά(ει) (επτασφράγιστο) μυστικό το παρελθόν του. ~ησε κρυφό το γεγονός από τους φίλους του. ΑΝΤ. αποκαλύπτω (1), το κρατάω/φυλάω (μανιάτικο) (προφ.): θυμάμαι το κακό που μου έκαναν και επιδιώκω εκδίκηση: Μια φορά του είπα ψέματα και ακόμη μου το ~ει. Πβ. μνησικακώ. ΣΥΝ. το βαστάω (σε κάποιον), (δεν) με κρατούν/βαστούν τα πόδια μου βλ. πόδι, (κρατά/τηρεί) αιδήμονα σιωπή(ν)/σιγή(ν) βλ. αιδήμων, από πού κρατά(ει)/βαστά(ει) η σκούφια του; βλ. σκούφια, βαστιέται/κρατιέται καλά βλ. βαστώ, δάσκαλε που δίδασκες (και νόμο/λόγο δεν εκράτεις) βλ. διδάσκω, έχω κάποιον στο χέρι (μου) βλ. χέρι, κάνω/κρατάω σεκόντο (σε κάποιον) βλ. σεκόντο, κρατά το στόμα του κλειστό βλ. στόμα, κρατά/κατέχει τα σκήπτρα/τα ηνία βλ. σκήπτρο, κρατάω (κάτι) γινάτι βλ. γινάτι, κρατάω (κάτι) μέσα μου βλ. μέσα, κρατάω κόντρα βλ. κόντρα, κρατάω πισινή βλ. πισινός, κρατάω τα μπόσικα βλ. μπόσικος, κρατάω το ίσο βλ. ίσο, κρατάω/κάνω μούτρα σε κάποιον βλ. μούτρο, κρατάω/φυλάω τσίλιες βλ. τσίλια, κρατώ (κάποιον) ενήμερο βλ. ενήμερος, κρατώ (το) φανάρι βλ. φανάρι, κρατώ αντίσταση βλ. αντίσταση, κρατώ επαφή (με κάποιον) βλ. επαφή, κρατώ κακία σε κάποιον βλ. κακία, κρατώ κλειστά/κρύβω τα χαρτιά μου βλ. χαρτί, κρατώ μακριά βλ. μακριά, κρατώ στα χέρια μου την τύχη κάποιου βλ. τύχη, κρατώ την αναπνοή μου βλ. αναπνοή, κρατώ την κοιλιά μου/πονάει η κοιλιά μου από τα γέλια βλ. κοιλιά, κρατώ ψηλά τη σημαία βλ. σημαία, κρατώ/έχω κάποιον σε απόσταση βλ. απόσταση, κρατώ/παίρνω τα γκέμια βλ. γκέμια, κρατώ/τηρώ τις ισορροπίες βλ. ισορροπία, κρατώ/τηρώ/σώζω τα προσχήματα βλ. πρόσχημα, κρύβε λόγια βλ. λόγια, λαμβάνω/κρατώ υπό σημείωση βλ. σημείωση, όπου ακούς πολλά κεράσια, κράτα (και) μικρό καλάθι βλ. κεράσι, παίρνω/κρατώ/τηρώ (τις) αποστάσεις βλ. απόσταση, πέτρα που (θέλει να) κυλά, (ποτέ) δεν χορταριάζει/λιθάρι που κυλάει, χόρτο δεν κρατάει βλ. κυλάω, πιάνω/κρατώ τη μύτη μου βλ. μύτη, σφίγγω/τραβώ/μαζεύω τα λουριά βλ. λουρί, τηρεί σιγή(ν) ιχθύος βλ. ιχθύς, τηρώ/κρατώ στάση αναμονής βλ. αναμονή ● βλ. κράτει, κρατημένος, κρατούμενος, κρατών [< αρχ. κρατῶ ‘είμαι ισχυρός, επικρατώ, κρατώ σταθερά’]

λαμβάνω

λαμβάνωλαμ-βά-νω ρ. (μτβ.) {(ε)λάμβανε, έλαβα (λογιότ. μτχ. λαβ-ών, -ούσα, -όν), λήφ-θηκε (λογιότ. ελήφ-θη, μτχ. ληφ-θείς, -θείσα, -θέν), ληφ-θεί, λαμβάν-οντας, -όμενος, (λογιότ.) ειλημμένος} (επίσ.) & (προφ.) λαβαίνω 1. παίρνω: Έλαβες το ιμέιλ μου; Έλαβε (= απέκτησε) πτυχίο το έτος ... Δεν έχω λάβει καμιά απάντηση (: δεν μου έχουν απαντήσει). (σε κινητά:) Ένα νέο μήνυμα ~θη (ΑΝΤ. εστάλη). (σε αιτήσεις:) Ο ~ών/Η ~ούσα (βλ. δηλών). Τα ~όμενα/~θέντα μέτρα. (ΠΛΗΡΟΦ.) ~θέντα: αρχεία. Πβ. παρα~.|| Η φωτογραφία ~θηκε (= τραβήχτηκε) από δορυφόρο.|| Το φάρμακο ~εται από το στόμα. Βλ. πίνω.|| Η υπόθεση έλαβε αναπάντεχη τροπή. Πβ. προσ~.|| (στη ραδιοεπικοινωνία:) Με ~εις (= μ' ακούς); Βλ. ανα~, απο~, δια~, εκ~, επανα~, κατα~, μετα~, περι~, προκατα~, προ~, συλ~, υπο~. 2. ως απολεξικοποιημένο ρήμα: ~ αποζημίωση (= αποζημιώνομαι). Η σχέση τους έλαβε τέλος (= τελείωσε). Το χωριό έλαβε την ονομασία του (= ονομάστηκε) από ... Ο ασθενής άρχισε και πάλι να ~ει τροφή (= να τρέφεται, να τρώει). Όλες οι αποφάσεις ~θησαν (= όλα αποφασίστηκαν) ομόφωνα. Έχει ~θεί μέριμνα (: έχουν μεριμνήσει) για ... ● ΦΡ.: ελήφθη (όβερ)! (προφ.) ως απάντηση 1. σε επικοινωνία μέσω ασυρμάτου. 2. σε συνομιλητή, για να δηλωθεί ότι τα λεγόμενά του έχουν γίνει απολύτως κατανοητά. Πβ. μπήκα!, λάβετε θέσεις (προφ.): σύνθημα εκκίνησης· γενικότ. προτρεπτική έκφραση προετοιμασίας για επικείμενο γεγονός: (σε αγώνες δρόμου:) ~ ~, έτοιμοι!|| ~ ~, η μεγάλη μέρα πλησιάζει., λαμβάνει χώρα & λαβαίνει χώρα (επίσ.): γίνεται, πραγματοποιείται: Η εκδήλωση/έκθεση/τελετή θα λάβει ~ στο Ίδρυμα ... Πότε θα λάβει ~ (= διεξαχθεί) η δίκη; Το συμβάν έλαβε ~ την περασμένη εβδομάδα. [< μτγν. χώραν λαμβάνειν/είναι· πβ. γαλλ. avoir lieu] , λαμβανομένου/λαμβανομένης υπόψη: αν αναλογιστεί, αν σκεφτεί κανείς: Η εργασία διεκπεραιώθηκε επιτυχώς, ~ου ~ του μικρού χρονικού περιθωρίου. ~ων ~ των ειδικών συνθηκών, ... Πβ. δεδομένου ότι ..., δοθέντος ότι ..., λαμβάνω/παίρνω υπόψη: αποδίδω σε κάτι την πρέπουσα σημασία, υπολογίζω: Ευχαριστώ, θα το λάβω/πάρω σοβαρά ~ μου (πβ. σκέφτομαι, συλλογίζομαι). Πρέπει να ληφθεί ~ η ασφάλεια. ΣΥΝ. λογαριάζω (1) [< γαλλ. prendre en considération] , ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος (αρχαιοπρ.): δεν μπορείς να πάρεις κάτι, συνήθ. χρηματικό ποσό, από κάποιον που δεν το έχει., έχω λαμβάνειν βλ. λαμβάνειν, λαμβάνει/παίρνει σάρκα και οστά βλ. οστό, λαμβάνω γνώση βλ. γνώση, λαμβάνω/έχω την τιμή να ... βλ. τιμή, λαμβάνω/κρατώ υπό σημείωση βλ. σημείωση, λαμβάνω/παίρνω μέρος σε κάτι βλ. μέρος, λαμβάνω/παίρνω μέτρα βλ. μέτρο, λαμβάνω/παίρνω τα μέτρα μου βλ. μέτρο, μάχαιρα(ν) έδωσες, μάχαιρα(ν) θα λάβεις βλ. μάχαιρα, παίρνει/λαμβάνει/προσλαμβάνει διαστάσεις βλ. διάσταση, παίρνω/λαμβάνω τον λόγο βλ. λόγος ● βλ. ειλημμένος [< αρχ. λαμβάνω· μεσν. λαβαίνω]

μάχη

μάχημά-χη ουσ. (θηλ.) {μαχ-ών} 1. πολεμική σύρραξη, στρατιωτική αντιπαράθεση: αιματηρή/αμφίρροπη/άνιση/εμφύλια/εναέρια/επική/θρησκευτική/ιστορική/καταστροφική/πολύνεκρη/σκληρή/σφοδρή/τιτάνια/φονική ~. Πέφτει/ρίχνεται στη ~. Έλαβε/πήρε μέρος στη ~. Αναπαράσταση/έκβαση/νικητές (της)/σκηνές/σχέδιο/τακτικές ~ης. Μονάδες/οχήματα/πτέρυγα/Σμηναρχία ~ης. Σε διάταξη ~ης. Ο εορτασμός/η επέτειος της ~ης. Το χρονικό των ~ών.|| (ΙΣΤ.) Η ~ του Μαραθώνα/των Θερμοπυλών/της Κρήτης. 2. (μτφ.) έντονη αντίθεση ή αντιπαράθεση μεταξύ αντίπαλων πλευρών ή στοιχείων: δικαστική/διπλωματική/(προ)εκλογική/μάταιη/ομηρική/πολιτική ~. ~ παρασκηνίου. Η ~ των εντυπώσεων (: ποιος από τους αντιπάλους θα εντυπωσιάσει περισσότερο). ~ για την εξουσία/τον τίτλο. ~ μέχρις εσχάτων. ~ μεταξύ του καλού και του κακού. Μαίνεται/φουντώνει η ~ μεταξύ των υποψηφίων. Προβλέπεται ~ στήθος με στήθος. Βγήκε αλώβητος από τη ~. Κερδήθηκε η ~.|| (ΑΘΛ.) Η συγκλονιστική/συναρπαστική ~ των αιωνίων.|| Ξέσπασε ~ (= καβγάς) μεταξύ των οπαδών. Πβ. συμπλοκή. 3. (μτφ.) αγώνας, μεγάλη προσπάθεια: ~ επιβίωσης. ~ για την επίλυση (των προβλημάτων)/τον πολιτισμό. ~ κατά της ακρίβειας/της ανεργίας/της διαφθοράς/του καπνίσματος/της κερδοσκοπίας/των ναρκωτικών. ~ για τη μείωση του ελλείμματος. ~ με τον καρκίνο/τις φλόγες/τον χρόνο. Δίνει ~ για τη ζωή. Πβ. πάλη. ● ΣΥΜΠΛ.: άρμα μάχης βλ. άρμα, μητέρα (όλων) των μαχών βλ. μητέρα, πεδίο μάχης βλ. πεδίο, πόλεμος/μάχη χαρακωμάτων βλ. χαράκωμα2 ● ΦΡ.: έχασε τη μάχη για/με τη ζωή/με το(ν) θάνατο: πέθανε ύστερα από βαριά αρρώστια ή ατύχημα: ~ ~ μετά από πολύμηνη ασθένεια/υποκύπτοντας στα τραύματά του., σε θέση μάχης (μτφ.): σε κατάσταση ετοιμότητας για επικείμενη σύγκρουση και γενικότ. αντιπαράθεση: ~ ~ για το ασφαλιστικό/τη διεκδίκηση των αιτημάτων τους., εκτός μάχης βλ. εκτός, έρως ανίκατε μάχαν βλ. έρως, μάχη εκ παρατάξεως βλ. παράταξη [< αρχ. μάχη]

οικονομικός

οικονομικός, ή, ό [οἰκονομικός] οι-κο-νο-μι-κός επίθ. ΟΙΚΟΝ. 1. που αναφέρεται στην οικονομία ή τα οικονομικά: ~ός: απολογισμός/οργανισμός (πβ. τράπεζα)/πόλεμος/προϋπολογισμός/Τύπος/φορέας. ~ή: ανάλυση/ανάπτυξη/ανεξαρτησία/βοήθεια/διάρθρωση/διαφάνεια/διαχείριση/διπλωματία/δυσπραγία/εισφορά/ενημέρωση/εξαθλίωση/εξέλιξη/εξυγίανση/επιστήμη (= οικονομικά)/θεωρία/κρίση/μεταρρύθμιση/πρόοδος/σταθερότητα/συγκυρία/συμφωνία/σύνοδος/ύφεση. ~ό: άνοιγμα/ίδρυμα/κέρδος/κλίμα/κόστος/κραχ/μοντέλο/σκάνδαλο/φόρουμ. ~οί: δείκτες/πόροι. ~ές: δυσκολίες/κυρώσεις/παροχές/συναλλαγές/υπηρεσίες. ~ά: αποτελέσματα/εργαλεία/κίνητρα/συμφέροντα. Εξαμηνιαία/ετήσια ~ή έκθεση του Ομίλου ... ~ή ενίσχυση/στήριξη μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Βρίσκεται σε ~ό αδιέξοδο λόγω χρεών. Περικοπές για ~ούς λόγους. Δημόσια ~ή Υπηρεσία (ακρ. ΔΟΥ). ~ό Επιμελητήριο Ελλάδας (ακρ. ΟΕΕ).|| ~ό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ακρ. ΟΠΑ). ~ά μαθηματικά και στατιστική. Πτυχιούχος ΑΕΙ ~ής κατεύθυνσης. (ως ουσ.) Οι φοιτητές του ~ού.|| (για πρόσ.) ~ός: αναλυτής/διαχειριστής/διευθυντής/ελεγκτής/έφορος. ~ό: επιτελείο (κυβέρνησης)/στέλεχος. Βλ. μακρο~, μικρο~, τεχνο~, χρηματο~. 2. που κοστίζει λίγο, ανέξοδος· που εξοικονομεί ενέργεια: ~ό: γεύμα/εισιτήριο/εστιατόριο/μαγαζί/ξενοδοχείο. ~ές: διακοπές. ~ή λειτουργία εγκατάστασης/συστημάτων ηλεκτρικής ενέργειας. ~ό πακέτο καρτοκινητής τηλεφωνίας. Προσφορά συμφέρουσα από ~ή άποψη. Η ~ότερη λύση/πρόταση της αγοράς για συνεχή πρόσβαση στο ίντερνετ.|| ~ός: κινητήρας/λαμπτήρας. ~ή: συσκευή. ~ό: αυτοκίνητο (: σε κατανάλωση βενζίνης). ΣΥΝ. φτηνός (1) ΑΝΤ. ακριβός (1), αντιοικονομικός, δαπανηρός ● Ουσ.: οικονομικό (το): καθετί που σχετίζεται με χρήματα, το χρηματικό: Έχει τεράστια περιουσία και συνεπώς έχει λύσει το ~ του. Μίλησε στον εργοδότη του για το ~ (: τον μισθό). Δεν την ενδιαφέρει το ~ της υπόθεσης. Το ~ (ενν. πρόβλημα) της χώρας. ● επίρρ.: οικονομικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: αποκλειστική οικονομική ζώνη (ακρ. ΑΟΖ): ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. ζώνη θαλάσσιας δικαιοδοσίας και δικαιωμάτων (κυρ. εκμετάλλευση των φυσικών πόρων) των παράκτιων κρατών με εύρος μέχρι 200 ναυτικά μίλια από τις ακτές, που περιλαμβάνει τα ύδατα, τον βυθό και το υπέδαφος της περιοχής της, και αρχίζει μετά το τέλος της αιγιαλίτιδας ζώνης. Βλ. υφαλοκρηπίδα. [< αγγλ. exclusive economic zone, 1975] , οικονομικά αγαθά: τα μέσα για την ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών που είναι αποτέλεσμα της παραγωγικής διαδικασίας και βρίσκονται σε ανεπάρκεια σε σχέση με τις ανάγκες που καλύπτουν: Τα ~ ~ διακρίνονται στα υλικά και τα άυλα αγαθά ή υπηρεσίες. Βλ. διαρκή, ελεύθερα, καταναλωτικά, κεφαλαιουχικά αγαθά., οικονομικά μεγέθη 1. οποιαδήποτε μεταβλητή υπολογίζεται με αριθμητικούς ή ποσοτικούς όρους: εταιρικά/συνοπτικά ~ ~. Βελτιωμένα/μειωμένα εμφανίζονται τα ~ ~ του ομίλου στο εξάμηνο ... Τα ~ ~ της ζώνης του ευρώ. ~ ~ σε επίπεδο χώρας (π.χ. ΑΕΠ, επιτόκια, βλ. μακροοικονομία). 2. {κυρ. στον εν.} οικονομική συσκευασία. [< 2: αγγλ. economy size, 1950] , οικονομικές επιστήμες: όσες μελετούν την παραγωγή, κατανομή, κατανάλωση και διαχείριση αγαθών και υπηρεσιών: Βραβείο Νόμπελ ~ών ~ών. Βλ. μακρο-, μικρο-οικονομία. ΣΥΝ. οικονομικά (2), οικονομολογία [< γαλλ. sciences économiques] , οικονομικές καταστάσεις: πίνακες αναλυτικής παρουσίασης κατά κατηγορία των δεδομένων που περιγράφουν την οικονομική πορεία μιας εταιρείας σε ορισμένη χρονική περίοδο, οι οποίοι δημοσιεύονται συγκεντρωτικά για τη διεξοδική ενημέρωση των επενδυτών: ενδιάμεσες/ενοποιημένες/εξαμηνιαίες/ετήσιες/περιοδικές/συνοπτικές/τριμηνιαίες ~ ~. Βλ. επαναδημοσίευση, ισολογισμός, οικονομικά στοιχεία και πληροφορίες., οικονομική γεωγραφία: ΓΕΩΓΡ. κλάδος που μελετά και αναλύει τα τεχνικά, κοινωνικοπολιτικά και οικονομικά στοιχεία του γεωγραφικού χώρου, καθώς και τη σχέση που διαμορφώνεται μεταξύ του φυσικού περιβάλλοντος και του ανθρώπινου παράγοντα· το αντίστοιχο διδασκόμενο μάθημα. Βλ. ανθρωπογεωγραφία. [< αγγλ. economic geography] , οικονομική ελευθερία: το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της συμμετοχής σε οικονομικές συναλλαγές, χωρίς κυβερνητικές παρεμβάσεις ή άλλους εξωτερικούς παράγοντες., οικονομική θέση 1. & τουριστική θέση: χώρος σε Μέσα Μαζικής Μεταφοράς (αεροπλάνα, πλοία, τρένα), όπου οι επιβάτες εξασφαλίζουν θέση με φθηνότερο εισιτήριο: εισιτήριο/κάθισμα/καμπίνα ~ής ~ης. ΑΝΤ. διακεκριμένη θέση 2. οικονομική κατάσταση: Βρίσκεται σε δύσκολη ~ ~. Σε δεινή ~ ~ περιήλθε ο Όμιλος ... [< 1: αγγλ. economy class, γαλλ. classe économique] , οικονομική μονάδα: κάθε οργανωμένο σύνολο προσώπων και στοιχείων που καθιστούν δυνατή την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας: Δύο αντιπροσωπευτικές ~ές ~ες είναι το νοικοκυριό και η επιχείρηση. [< αγγλ. economic unit] , οικονομική πολιτική: σύνολο μέτρων και αποφάσεων που λαμβάνονται σε κυβερνητικό συνήθ. επίπεδο για τον καθορισμό συγκεκριμένης πορείας στον τομέα της οικονομίας και την επίτευξη οικονομικών στόχων: εθνική/εξωτερική/εσωτερική/κοινοτική/περιοριστική ~ ~. Αλλαγή/χάραξη ~ής ~ής. Σφιχτή ~ ~ για μείωση του ελλείμματος.|| ~ ~ της εταιρείας., οικονομική συσκευασία: συσκευασία προϊόντος που είναι μεγαλύτερη σε μέγεθος ή ποσότητα από τη συμβατική, αλλά φτηνότερη αναλογικά. Βλ. οικογενειακό μέγεθος., Οικονομικό Δίκαιο: ΝΟΜ. οι κανόνες που ρυθμίζουν τις οικονομικές σχέσεις και δραστηριότητες: διοικητικό ~ ~. Κέντρο Διεθνούς και Ευρωπαϊκού ~ού ~ου., οικονομικό έγκλημα: ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. κάθε παράνομη οικονομική δραστηριότητα (όπως φοροδιαφυγή, υπεξαίρεση χρημάτων): διεθνές/ηλεκτρονικό/οργανωμένο ~ ~. Βλ. ΣΔΟΕ., οικονομικό σύστημα (το): κάθε σύνολο κανόνων στα πλαίσια μιας κοινωνίας που ρυθμίζουν την παραγωγή, κατανομή και κατανάλωση αγαθών: διεθνές/ευρωπαϊκό/φιλελεύθερο ~ ~. Το ~ ~ του καπιταλισμού., οικονομικοί μετανάστες/πρόσφυγες: πρόσωπα που εγκαταλείπουν τη χώρα τους σε αναζήτηση εργασίας και καλύτερου βιοτικού επίπεδου: νόμιμοι/παράνομοι ~ ~.|| Εσωτερικοί ~ ~. Βλ. ευπαθείς (κοινωνικά) ομάδες. [< αγγλ. economic migrants/refugees] , οικονομικός κύκλος: περιοδική, επαναλαμβανόμενη διακύμανση ύφεσης-ανάκαμψης της οικονομικής δραστηριότητας: Ανοδική/πτωτική φάση ~ού ~ου. Βραχυχρόνιοι/μακροχρόνιοι/μεσοχρόνιοι ~οί ~οι. [< αγγλ. business/economic cycle] , οικονομικός παράγοντας 1. οτιδήποτε επηρεάζει μια κατάσταση από οικονομικής πλευράς: Ο τουρισμός αποτελεί ζωτικό/σημαντικό ~ό ~α ανάπτυξης του νησιού. 2. πρόσωπο που έχει ισχυρή θέση και ασκεί επιρροή στον επιχειρηματικό κόσμο: κορυφαίος/σημαίνων/τοπικός ~ ~. ~οί ~ες και διαχειριστές μεγάλων κεφαλαίων., οικονομικός/κεντρικός προγραμματισμός/σχεδιασμός: η επίδραση της κεντρικής εξουσίας ενός κράτους ή συνόλου κρατών στη λήψη αποφάσεων καθοριστικής σημασίας στον οικονομικό τομέα., Ευρωπαϊκός Οικονομικός Χώρος βλ. ευρωπαϊκός, οικονομικά στοιχεία και πληροφορίες βλ. στοιχείο, οικονομική ανάπτυξη βλ. ανάπτυξη, οικονομική βία βλ. βία, Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ) βλ. ένωση, οικονομική μεγέθυνση βλ. μεγέθυνση, οικονομικό αντικείμενο βλ. αντικείμενο, οικονομικό έτος βλ. έτος, σύνδρομο οικονομικής θέσης βλ. σύνδρομο [< αρχ. οἰκονομικός, γαλλ. économique, αγγλ. economic]

οργανικός

οργανικός, ή, ό [ὀργανικός] ορ-γα-νι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τον ανθρώπινο οργανισμό και τα όργανα του σώματος: ~ό: σύνδρομο/υγρό. ~ές: διαταραχές/παθήσεις. ~ά: αίτια/προβλήματα/συμπτώματα/συστήματα (π.χ. ανοσοποιητικό, κυκλοφορικό). Ψυχολογικοί και ~οί παράγοντες. Πβ. φυσιολογικός. Βλ. πολυ~. 2. (μτφ.) που αποτελεί βασικό και αναπόσπαστο στοιχείο μιας δομής, ενός συνόλου, θεμελιώδης: Ο άνθρωπος είναι ~ό μέρος της κοινωνίας. Η βιωματική μάθηση παίζει ~ό ρόλο στην εκπαιδευτική διαδικασία. 3. ΧΗΜ. που περιέχει άνθρακα ή σχετίζεται με τις οργανικές ενώσεις: ~ό: άζωτο. ~οί: διαλύτες. ~ές: αντιδράσεις/βάσεις/ρίζες. ~ά: άλατα/μέταλλα/μόρια/οξέα/πολυμερή/υπεροξείδια. ΑΝΤ. ανόργανος (1) 4. ΟΙΚΟΛ. που είναι φυτικής ή ζωικής προέλευσης· ειδικότ. που μπορεί να υποστεί βιοαποικοδόμηση, για να μετατραπεί σε κομπόστ ή σε καύσιμο, χωρίς να επιβαρύνει το περιβάλλον: ~ή: ύλη. ~ό: λίπασμα. ~ά: απόβλητα/ιζήματα/υλικά. ΑΝΤ. ανόργανος (3) 5. ΟΙΚΟΛ. (κατ΄επέκτ.) που παράγεται χωρίς τη χρήση χημικών, φυτοφαρμάκων, λιπασμάτων ή άλλων βλαβερών ουσιών· κατ' επέκτ. φιλικός προς το περιβάλλον: ~ό: βαμβάκι/ελαιόλαδο/τσάι. ~ά: λαχανικά/φρούτα.|| ~ά: καλλυντικά. Πβ. βιολογ-, οικολογ-ικός. Βλ. φυσικός.|| ~ή: αρχιτεκτονική (: που στοχεύει στην αρμονία φυσικού κόσμου και κτιρίων)/κηπουρική. 6. που σχετίζεται άμεσα με τις λειτουργίες επιχείρησης, οργανισμού και σπανιότ. κυβέρνησης: (ΟΙΚΟΝ.) ~ό: έλλειμμα. ~ά: αποτελέσματα/έξοδα/έσοδα/κέρδη (: προτού φορολογηθούν).|| ~ή: μονάδα (Υπουργείου). ~ές: διατάξεις (υπηρεσίας). ΑΝΤ. ανόργανος (4) 7. ΜΟΥΣ. που γίνεται με τη συνοδεία μουσικών οργάνων: ~ός: σκοπός. ~ή: απόδοση (τραγουδιού). ~ές: εκτελέσεις.|| (ως ουσ.) Τα ~ά (ενν. κομμάτια, σε αντιδιαστολή με τα φωνητικά) του άλμπουμ. ΣΥΝ. ινστρουμένταλ, ορχηστρικός ● επίρρ.: οργανικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: έμμονοι/ανθεκτικοί οργανικοί ρύποι: ΟΙΚΟΛ. τοξικές ουσίες οι οποίες ανθίστανται στη διάσπαση, βιοσυσσωρεύονται, μεταφέρονται μέσω του αέρα, του νερού και των μεταναστευτικών ειδών και αποτίθενται μακριά από τον τόπο έκλυσής τους., οργανικές ενώσεις: ΧΗΜ. οι ενώσεις του άνθρακα με ένα ή περισσότερα χημικά στοιχεία: πτητικές/συνθετικές ~ ~. Βλ. αμινοξέα, λιπίδια, υδρογονάνθρακας., οργανική θέση & (προφ.) οργανική: διορισμός σε μόνιμη θέση, για να καλυφθούν πάγιες ανάγκες υπηρεσίας: κενή ~ ~. ~ ~ του κλάδου ...|| (ειδικότ. για εκπαιδευτικό) Πήρε ~ ~. Οριστική τοποθέτηση σε ~ ~. Μόρια ~ής ~ης. Κάλυψη ~ών ~εων., οργανικός διανοούμενος: στοχαστής τάξης ή κινήματος που αποτελεί τον διαμορφωτή των αρχών της/του και τον κύριο καθοδηγητή: οι ~οί ~οι του εκσυγχρονισμού/της εργατικής τάξης. Πβ. πνευματικός ηγέτης., βιολογικά προϊόντα βλ. προϊόν, βιολογική/οικολογική/οργανική γεωργία/καλλιέργεια βλ. γεωργία, οργανικά αναλφάβητος βλ. αναλφάβητος, οργανική χημεία βλ. χημεία, οργανικός αναλφαβητισμός βλ. αναλφαβητισμός, οργανικός/θεσμικός νόμος βλ. νόμος, πτητική οργανική ένωση βλ. πτητικός [< 1: αρχ. ὀργανικός 2-6: γαλλ. organique, αγγλ. organic 7: αγγλ.-γαλλ. instrumental]

παράθεση

παράθεσηπα-ρά-θε-ση ουσ. (θηλ.) 1. αναφορά, παρουσίαση στοιχείων, συνήθ. κατά σειρά ή διαδοχικά: αναλυτική ~ γεγονότων (βλ. αφήγηση). ~ επιχειρημάτων/παραδειγμάτων. ~ και σύγκριση αποτελεσμάτων. Συγκριτική ~ των θέσεών τους (βλ. αντι~).|| (σε μελέτη, σύγγραμμα:) Αυτούσια ~ αποσπασμάτων/άρθρων/γνωμικών/πηγών/χωρίων. Βλ. παράθεμα.|| ~ φωτογραφιών. (ΔΙΑΔΙΚΤ.) Απάντηση με ~ (προηγούμενου) μηνύματος. 2. (επίσ.) προσφορά: ~ γεύματος προς τιμήν του ... 3. ΓΡΑΜΜ. ονοματικός ομοιόπτωτος προσδιορισμός που αναλύεται σε δευτερεύουσα αναφορική πρόταση: π.χ. Οι γονείς του, δικηγόροι (= που είναι δικηγόροι), ... Βλ. επεξήγηση. ● ΣΥΜΠΛ.: προεξαγγελτική παράθεση: ΓΡΑΜΜ. λέξη ή φράση που τοποθετείται συνήθ. στην αρχή πρότασης και χαρακτηρίζει, αξιολογεί από πριν το περιεχόμενό της: π.χ. Και το σπουδαιότερο, κανείς δεν τραυματίστηκε. Και το χειρότερο, έφυγε χωρίς να ενημερώσει κανέναν. [< μτγν. παράθεσις 3: γαλλ. apposition, αγγλ. parathesis]

πλήρωση

πλήρωσηπλή-ρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. γέμισμα, συμπλήρωση: ~ των ελαστικών/κενών. Βλ. υπερ~. ΑΝΤ: άδειασμα, εκκένωση. 2. πλήρης ανταπόκριση σε μια απαίτηση, ικανοποίηση: ~ των κριτηρίων/προϋποθέσεων. Πβ. εκ~, κάλυψη. ● ΣΥΜΠΛ.: πλήρωση (της) θέσης/(των) θέσεων: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη κενών θέσεων εργασίας. ΑΝΤ. κένωση (της) θέσης/(των) θέσεων [< αρχ. πλήρωσις]

πρώτος

πρώτος, η, ο [πρῶτος] πρώ-τος αριθμητ. τακτ. (σύμβ. 1ος, Α' ή α', Ι) 1. που γίνεται, συμβαίνει, εμφανίζεται πριν από όλους τους άλλους: ~ος: αγώνας/γάμος/γύρος/δίσκος (συγκροτήματος)/μήνας (του χρόνου)/τόμος/ύπνος (= το αρχικό στάδιο)/χορός. ~η: αντίδραση/απόπειρα/άφιξη (πλοίου)/έκδοση/εκδοχή/επαφή/εργασία/νίκη/παράσταση/προσπάθεια/τιμή (= αρχική). ~ο: αεροπλάνο/ημίχρονο/ραντεβού/σχέδιο (βλ. προσχέδιο)/φιλί. ~α: άνθη. Ο ~ παγκόσμιος πόλεμος. Η ~η μέρα της εβδομάδας (= η Κυριακή)/του έτους (= πρωτοχρονιά)/του μήνα (= πρωτομηνιά). Κέρδισε την ~η παρτίδα. Ολοκληρώθηκε η ~η φάση του έργου. Η ~η νύχτα του γάμου. Απέκτησαν το ~ο τους παιδί. Το ~ο λεπτό της ώρας/τέταρτο της Σελήνης/φως της ημέρας (πβ. λυκαυγές). Περιμένω το ~ο λεωφορείο/τρένο. Είναι στο ~ο έτος της Ιατρικής. Η αμεσότητα της ~ης εντύπωσης. Οι ~οι έρωτες της εφηβείας. Τα ~α χρόνια της ζωής/των σπουδών του. Τα ~α τεύχη του περιοδικού. ΑΝΤ. τελευταίος (1) 2. που βρίσκεται στην αρχή μιας σειράς, ακολουθίας: ~ος: στίχος. ~η: διαφάνεια/πρόταση/σελίδα/στροφή. ~ο: θρανίο/πάτωμα/σπίτι. Άρθρο ~ο. Το ~ο κεφάλαιο/μέρος ενός βιβλίου. Ο ~ αριθμός/το ~ο όνομα στον κατάλογο. Το ~ο στοιχείο του περιοδικού πίνακα είναι το υδρογόνο. Θα στρίψετε στον ~ο δρόμο δεξιά. ~ο γραφείο/~η πόρτα/~ο κτίριο αριστερά.|| (για πρόσ.) Είναι ~ στην ουρά. Βγήκε ~η από το σινεμά. Έφτασε/μίλησε ~.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ο: πρόσωπο. ~η: κλίση.|| ~ο (Α'/1ο) Γυμνάσιο/Ενιαίο Λύκειο (μιας πόλης). 3. που προηγείται όλων των άλλων ως προς την αξία, τη σημασία, την ποιότητα, την ποσότητα, τη συχνότητα, το αξίωμα· κατ' επέκτ. βασικός, πρωταρχικός, αναγκαίος, στοιχειώδης: (για πρόσ.) ~ος: σκόρερ/(ΙΣΤ.) ύπατος (αρμοστής).|| ~ος: τουριστικός προορισμός. ~η: δύναμη/ομάδα/χώρα. ~ο: βραβείο/καθήκον/μέλημα. Η ~η σημασία μιας λέξης (= η πιο συχνή, βασική). Η ~η κατοικία (σε αντίθεση με την εξοχική). Ο ~ πολίτης της χώρας (= ο αρχηγός του κράτους). Ο ~ δημότης (= ο δήμαρχος). (λόγ.) ~ τη τάξει. Ο ~ λαχνός. Είναι ο ~ μαθητής στην τάξη. ~ στόχος της κυβέρνησης είναι ... Είναι/έρχεται ~ στις προτιμήσεις του κοινού. Μπήκε/πέρασε ~ στη σχολή. Τερμάτισε ~η. Αναδείχτηκε ~η στον διαγωνισμό. Η εταιρεία είναι ~η στον κόσμο σε πωλήσεις. Είναι η ~η επιλογή των καταναλωτών. Κρασί ~ης ποιότητας. Εστιατόριο/ξενοδοχείο ~ης κατηγορίας. Παρέχω στο νεογέννητο τις ~ες φροντίδες. Τα ~α γράμματα.|| (ΦΙΛΟΣ.) ~η: αιτία/αλήθεια/ουσία. Το νερό ως ~η αρχή. 4. που δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη, πρόχειρος: μια ~η προσέγγιση του θέματος. Μια ~η ματιά στα γεγονότα. Έγινε μια ~η αποτίμηση/εκτίμηση των αποτελεσμάτων. Πήρα μια ~η γεύση από το βιβλίο. ● Ουσ.: πρώτη (η) 1. (κ. με κεφαλ. Π) ενν. τάξη σχολικής βαθμίδας (σύμβ. Α΄): Πάει (στην)/τελείωσε την ~ Δημοτικού/Γυμνασίου/Λυκείου. 2. η ταχύτητα με την οποία αρχίζει να κινείται ένα όχημα: Βάζω ~. 3. πρεμιέρα: επίσημη/παγκόσμια ~. 4. η ημέρα με την οποία αρχίζει ο μήνας: ~ Μαΐου (= Πρωτομαγιά)/Ιουνίου., πρώτο (το) 1. το λεπτό της ώρας: Τερμάτισε με χρόνο έξι ~α και τριάντα δεύτερα. 2. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. πρωτόνιο., πρώτος (ο) 1. το πρόσωπο που προηγείται σε μια σειρά: Ας περάσει ο ~ (ενν. στην ουρά). Ήταν ο ~ που αντιστάθηκε. Είναι μεταξύ των ~ων. Ο ~ των ~ων. 2. (προφ.) ο πρώτος όροφος κτιρίου: Μένει στον ~ο. 3. (συνήθ. στη γεν., σε ανάγνωση ημερομηνίας γραμμένης με αριθμούς) ενν. μήνας, ο Ιανουάριος: στις 5/01/... (: πέντε ~ου). 4. ο ανώτερος ιεραρχικά καπετάνιος ή μηχανικός του πλοίου. 5. ΕΚΚΛΗΣ. ο μοναχός που προεδρεύει στις συνάξεις ή βρίσκεται στην ιεραρχία μετά τον ηγούμενο. ● ΣΥΜΠΛ.: πρώτη ηλικία: η βρεφική και νηπιακή ηλικία· συνεκδ. τα νήπια., πρώτη θέση 1. αυτή που προηγείται όλων των άλλων σε βαθμολογική κυρ. κατάταξη: Διατήρησε/διεκδικεί/εξασφάλισε/κατέκτησε/κατέλαβε/κέρδισε/πήρε την ~ ~. Ανέβηκε/βρέθηκε/επανήλθε/κατατάσσεται/παραμένει/τερμάτισε στην ~ ~.|| Έχει την ~ ~ στη ζωή μου. 2. η πιο ακριβή θέση σε μέσο μεταφοράς: Ταξιδεύει (στην) ~ ~. Καμπίνα/σαλόνι ~ης ~ης. Πβ. διακεκριμένη θέση., πρώτη φωνή: ΜΟΥΣ. η βασική, η κύρια φωνή. Πβ. πρίμο., πρώτο χέρι: για προϊόν που αγοράζεται ολοκαίνουργιο ή για χειρωνακτική εργασία (κυρ. βάψιμο) που αποτελεί τη βάση για τις επόμενες: (σε αγγελία:) Πωλείται αυτοκίνητο σε άριστη κατάσταση, ~ ~.|| Στέγνωσε το ~ ~. Βλ. δεύτερο χέρι., πρώτος (αριθμός): ΜΑΘ. φυσικός αριθμός, διάφορος της μονάδας, που διαιρείται μόνο με τον εαυτό του και τη μονάδα: Το 2 είναι ο μοναδικός ζυγός ~ ~., έκτακτης/άμεσης/πρώτης ανάγκης βλ. ανάγκη, μητρική/πρώτη γλώσσα βλ. γλώσσα, πρώτες βοήθειες βλ. βοήθεια, πρώτη Ανάσταση βλ. ανάσταση, πρώτη γραμμή βλ. γραμμή, πρώτη κυρία βλ. κυρία, πρώτη μούρη βλ. μούρη, πρώτη νιότη/νεότητα βλ. νιότη, πρώτη προτεραιότητα βλ. προτεραιότητα, πρώτη ύλη βλ. ύλη, πρώτης (Α')/δεύτερης (Β')/τρίτης (Γ')/τελευταίας διαλογής βλ. διαλογή, πρώτης γραμμής βλ. γραμμή, πρώτο μπόι βλ. μπόι, πρώτο/δεύτερο βιολί βλ. βιολί, πρώτος μεσημβρινός βλ. μεσημβρινός, πρώτος χορευτής βλ. χορευτής, χορεύτρια, πρώτου/δευτέρου/τρίτου βαθμού βλ. βαθμός, σε πρώτο/δεύτερο πλάνο βλ. πλάνο, ταινίες α'/β' προβολής βλ. προβολή ● ΦΡ.: (είσαι/είναι) και ο πρώτος/η πρώτη! (εμφατ.-προφ.): ως έκφραση έντονης επιδοκιμασίας, για να δηλωθεί ότι κάποιος είναι ο καλύτερος: Μεγάλε/μπράβο, είσαι ~ ~! Και το πρώτο παιδί!, από πρώτο χέρι (προφ.): άμεσα, από αξιόπιστη πηγή: Ενημερωθείτε ~ ~. Ξέρουμε ~ ~ τα προβλήματα. Πληροφορίες ~ ~. Έμαθε από ~ ~ τι συνέβη. Βλ. από δεύτερο χέρι. [< γαλλ. de première main] , από τον πρώτο ως τον τελευταίο: όλοι ανεξαιρέτως: Όλοι μας, ~ ~, έχουμε ευθύνη., για πρώτη φορά: για να δηλωθεί ότι κάτι δεν έχει ξαναγίνει, ξανασυμβεί: Κάνω κάτι/πηγαίνω κάπου ~ ~., εν πρώτοις/κατά πρώτον (λόγ.): καταρχάς, προπάντων: Πρέπει να σημειωθεί ~ ~ ότι ... Πβ. πρώτα απ' όλα., έχει τον πρώτο (και τον τελευταίο) λόγο (μτφ.): έχει κυρίαρχο και αποφασιστικό ρόλο: Θέλει να ~ ~ στις εξελίξεις., με την πρώτη ματιά: αμέσως: έρωτας ~ ~ (= κεραυνοβόλος). Την αντιπάθησε/θα σας γοητεύσει/σε κερδίζει ~ ~. Δεν είναι εύκολο να τα δει κανείς όλα ~ ~. [< γερμ. auf den ersten Blick] , με την πρώτη/με το πρώτο: αμέσως: Μπήκε ~ ~ στα βαθιά. Τον αναγνώρισε/τα κατάφερε/πέτυχε ~ ~., οι τα πρώτα φέροντες (αρχαιοπρ.): αυτοί που κατέχουν υψηλές θέσεις: ~ ~ (= οι κορυφαίοι) υπουργοί. Πβ. υψηλά ιστάμενος., παίζει τον πρώτο ρόλο (μτφ.): αποτελεί τον βασικότερο, τον κυρίαρχο παράγοντα: Σε όλες τις ανθρώπινες σχέσεις η εμπιστοσύνη ~ ~. Tα αγνά υλικά ~ουν ~ στην παρασκευή των εδεσμάτων., πρώτης τάξεως/τάξης: πολύ καλός, εξαιρετικός: ~ ~ διαφήμιση/υπηρεσία. Του δίνεται/παρέχεται μια ~ ~ ευκαιρία να αποδείξει την αξία του. ΣΥΝ. πρώτης γραμμής, πρώτος και καλύτερος (συχνά ειρων.): για κάποιον που πρωτοστατεί ή κατέχει την πρώτη θέση σε μια κατάταξη: όπου επεισόδια, αυτός ~ ~! Όλοι, με ~ο και ~ο εσένα, τον κατηγορούσατε!|| ~οι και ~οι στη λίστα των καλεσμένων θα είναι ..., πρώτου μεγέθους: πολύ μεγάλος ή σοβαρός, σπουδαίος, πρωτοφανής: είδηση/έκπληξη/σκάνδαλο ~ ~. Πρόβλημα ~ ~ (: μεγάλων διαστάσεων).|| (για πρόσ.) Εξελίχθηκε σε αστέρι ~ ~., (ο) πρώτος διδάξας/(η) πρώτη διδάξασα βλ. διδάξας, διδάξασα, δεν είναι/είσαι ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος που ... βλ. τελευταίος, είδη/αγαθά πρώτης ανάγκης βλ. ανάγκη, είναι η πρώτη και η τελευταία φορά που ... βλ. τελευταίος, εκ πρώτης όψεως/όψης βλ. όψη, κάλλιο/καλύτερα πρώτος στο χωριό, παρά δεύτερος στην πόλη βλ. χωριό, κάνει τα πρώτα (του) βήματα βλ. βήμα, κάνω το πρώτο βήμα βλ. βήμα, κατά κύριο/πρώτο/μείζονα λόγο βλ. κύριος, με την πρώτη/σε πρώτη ευκαιρία βλ. ευκαιρία, με το πρώτο φύσημα (του αέρα/ανέμου) βλ. φύσημα, ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω βλ. αναμάρτητος, ο πρώτος τυχών/τυχόντας βλ. τυχών, οι έσχατοι έσονται πρώτοι (και οι πρώτοι έσχατοι) βλ. έσχατος, πρώτο τραπέζι πίστα βλ. τραπέζι, πρώτος μεταξύ ίσων βλ. ίσος, πρώτος/καλύτερος (και) με διαφορά βλ. διαφορά, σε πρώτη ζήτηση βλ. ζήτηση, τα στερνά τιμούν τα πρώτα βλ. στερνός ● βλ. πρώτα, πρώτον [< αρχ. πρῶτος, γαλλ. premier]

σύνδρομο

σύνδρομοσύν-δρο-μο ουσ. (ουδ.) {συνδρόμ -ου} 1. ΙΑΤΡ. ταυτόχρονη παρουσία κλινικών συμπτωμάτων που χαρακτηρίζουν ορισμένη παθολογική κατάσταση: (οξύ) αναπνευστικό/υπερκινητικό ~. ~ αιφνίδιου θανάτου (βρεφών)/του άρρωστου κτιρίου (: σε άτομα που ζουν ή εργάζονται σε κτίρια στα οποία υπάρχει αυξημένη ρύπανση του αέρα)/του Κόλπου, ενν. του Περσικού (: ψυχικά τραύματα από πολεμικές συρράξεις)/πολυκυστικών ωοθηκών/χρόνιας κόπωσης. Διακατέχεται από/βιώνει το ~ … Πβ. συνδρομή. Βλ. ψυχο~. 2. (μτφ.) ορισμένος τύπος συμπεριφοράς που αποτελείται από μια σειρά αρνητικών εκδηλώσεων και χαρακτηριστικών: εθνικιστικό/καταναλωτικό ~. ~ της εξουσίας (βλ. εξουσιομανία).|| (προφ.) ~ του σκαντζόχοιρου (: της αμυντικής στάσης). Βλ. κόμπλεξ, σύμπλεγμα. ● ΣΥΜΠΛ.: νόσος/σύνδρομο (του) Πάρκινσον: ΙΑΤΡ. πάρκινσον. , σύνδρομο κακοποιημένου παιδιού: σύνολο σωματικών και ψυχικών τραυμάτων που εκδηλώνονται σε παιδιά και οφείλονται στη συστηματικά βίαιη συμπεριφορά ή στην αδιαφορία ενηλίκων, συνήθ. των γονέων τους. Βλ. ενδοοικογενειακή βία, παιδική κακοποίηση, ξυλοδαρμός. [< αγγλ. battered child syndrome, 1962] , σύνδρομο οικονομικής θέσης: ΙΑΤΡ. φλεβική θρόμβωση λόγω συγκέντρωσης αίματος στα πόδια ύστερα από πολύωρο, κυρ. αεροπορικό, ταξίδι. [< αγγλ. economy class syndrome, 1977] , αυχενικό σύνδρομο βλ. αυχενικός, κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο βλ. νευροληπτικός, κατοχικό σύνδρομο βλ. κατοχικός, μανία καταδίωξης/καταδιώξεως βλ. καταδίωξη, μεταβολικό σύνδρομο βλ. μεταβολικός, μετατραυματικό στρες/σύνδρομο βλ. μετατραυματικός, νεφρωσικό σύνδρομο βλ. νεφρωσικός, σύνδρομο (του) Άσπεργκερ βλ. Άσπεργκερ, σύνδρομο επίκτητης ανοσοανεπάρκειας/ανοσολογικής ανεπάρκειας βλ. ανοσοανεπάρκεια, σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου βλ. έντερο, σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα βλ. καρπιαίος, σύνδρομο ντάμπινγκ βλ. ντάμπινγκ1, σύνδρομο ντάουν/Down βλ. ντάουν1, σύνδρομο στέρησης/στερητικό σύνδρομο βλ. στέρηση, σύνδρομο της άδειας φωλιάς βλ. φωλιά, σύνδρομο του άρρωστου κτιρίου βλ. κτίριο, σύνδρομο της ύβρεως βλ. ύβρις, υπνοαπνοϊκό σύνδρομο βλ. υπνοαπνοϊκός, φαινόμενο της πεταλούδας βλ. πεταλούδα ● ΦΡ.: σύνδρομο της Στοκχόλμης: ΨΥΧΟΛ. ψυχολογική αντίδραση που εκδηλώνουν συνήθ. θύματα απαγωγής, η οποία συνίσταται στην ανάπτυξη αισθημάτων υπακοής, θαυμασμού, ταύτισης ή και αγάπης για τους απαγωγείς τους. [< αγγλ. Stockholm syndrome, 1978] [< γαλλ.-αγγλ. syndrome, πβ. αρχ. επίθ. σύνδρομος 'που τρέχει μαζί ή συμπίπτει με κάποιον/κάτι΄]

τουριστικός

τουριστικός, ή, ό του-ρι-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον τουρισμό ή τους τουρίστες: ~ός: οικισμός/οργανισμός/παράδεισος/πόλος έλξης/προορισμός/τομέας/χάρτης. ~ή: αγορά/ανάπτυξη/αξιοποίηση/ατραξιόν/έκθεση/εκμετάλλευση/έκρηξη/ζήτηση/κίνηση/νομοθεσία/οικονομία/περίοδος/περιοχή/πολιτική/προβολή (της χώρας)/πύλη/υποδομή. ~ό: γραφείο/θέρετρο/λεωφορείο/μάρκετινγκ/νησί/πακέτο/περίπτερο/πλοίο/προϊόν/σκάφος/συνάλλαγμα/φυλλάδιο. ~οί: επιχειρηματίες/πόροι/φορείς. ~ές: διαδρομές/δραστηριότητες/εγκαταστάσεις/επενδύσεις/επιχειρήσεις/πληροφορίες/υπηρεσίες. ~ά: ακίνητα/αξιοθέατα/δρομολόγια/είδη (βλ. σουβενίρ)/έσοδα/καταλύματα/καταστήματα/μέρη/προγράμματα. Χώροι ~ού ενδιαφέροντος. Σχολή ~ών επαγγελμάτων. ● επίρρ.: τουριστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: Τουριστική Αστυνομία: υπηρεσία της Ελληνικής Αστυνομίας επιφορτισμένη με την εξυπηρέτηση και προστασία των τουριστών, την εφαρμογή της τουριστικής νομοθεσίας και γενικότ. την αντιμετώπιση θεμάτων τουρισμού., τουριστική θέση & οικονομική θέση: (σε πλοίο, αεροπλάνο) με φτηνό εισιτήριο: επιβάτες της ~ής ~ης. Βλ. διακεκριμένη θέση. [< αγγλ. tourist class, 1935, γαλλ. classe touriste] , τουριστικός οδηγός: έντυπη ή ηλεκτρονική έκδοση με πληροφορίες τουριστικού ενδιαφέροντος: γενικός/επίσημος/πανελλαδικός ~ ~. ~ ~ νησιού/νομού/πόλης., ταξιδιωτικό/τουριστικό πρακτορείο βλ. πρακτορείο, ταξιδιωτικός/τουριστικός πράκτορας βλ. πράκτορας, τουριστική βιομηχανία βλ. βιομηχανία, τουριστική ιππασία βλ. ιππασία [< γαλλ. touristique, αγγλ. touristic]

τρίτος

τρίτος, η, ο τρί-τος αριθμητ. τακτ. (σύμβ. 3ος, Γ' ή γ', ΙII) 1. που αντιπροσωπεύει τον αριθμό τρία (3) σε μια ακολουθία ή σειρά: ~ος: γύρος/λόγος/τόμος/χρόνος. ~η: άσκηση/έκδοση (βιβλίου)/σύνοδος/φάση/φορά. ~ο: βήμα/έτος/κεφάλαιο/μέρος/στάδιο/συνέδριο/τεύχος. Είναι Ελληνίδα ~ης γενιάς. Περιμένουν το ~ο τους παιδί.|| Η ~η εξουσία (: η δικαστική).|| Αλέξανδρος ο ~ (Γ') ο Μακεδών (= ο Μέγας). 2. που βρίσκεται αμέσως μετά τον δεύτερο σε μια ιεραρχική κλίμακα: ~ο: βραβείο.|| (μειωτ.) Προϊόντα ~ης διαλογής. Βιβλία/ξενοδοχεία/πολίτες ~ης κατηγορίας.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ο: πρόσωπο. ~η: κλίση. 3. που συνδέεται με τρίτο βαθμό συγγένειας: ~ος: ξάδελφος. 4. εναλλακτικός, άλλος: μια ~η ανάγνωση/εκδοχή/ερμηνεία/θεώρηση/λύση (πβ. ενδιάμεσος)/ματιά.|| (επίσ.) Υπήκοοι ~ων χωρών (: εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης). ● Ουσ.: τρίτη (η) 1. (κ. με κεφαλ. το αρχικό Τ) ενν. τάξη σχολικής βαθμίδας (σύμβ. Γ'). 2. ταχύτητα οχήματος: Έβαλε ~. 3. ΜΑΘ. ενν. δύναμη αριθμού: 2 στην ~ (23 = 2 × 2 × 2). Υψώνουμε τον αριθμό στην ~. ΣΥΝ. κύβος (3) 4. ΜΟΥΣ. διάστημα τριών φθόγγων που περιέχει δύο τόνους ή έναν τόνο και ένα ημιτόνιο., τρίτο (το): καθένα από τα τρία ίσα μέρη συνόλου: το ένα ~ του πληθυσμού. Τα δύο ~α της επιφάνειας. Πβ. τριτημόριο., τρίτος (ο) 1. ενν. όροφος: Ανέβηκε/μένει στον ~ο. 2. (συνήθ. στη γεν., σε ανάγνωση ημερομηνίας γραμμένης με αριθμούς) ενν. μήνας, ο Mάρτιος: Γεννήθηκε στις 28/3/... (εικοσιοκτώ ~ου). 3. πρόσωπο ή φορέας που δεν συμμετέχει σε σχέση ή ζήτημα μεταξύ δύο πλευρών· πρόσωπο άσχετο με ορισμένη υπόθεση ή συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων: (επίσ.) αστική ευθύνη/οφειλές/υπηρεσίες/χρέη προς ~ους. Εισφορές/φόροι υπέρ ~ων. Πωλήσεις για λογαριασμό ~ων. Τα στοιχεία δεν γνωστοποιούνται σε ~ους.|| Ένας ~ θα μπουρούσε να δώσει λύση. Δεν υπολογίζει τα σχόλια (των) ~ων. Έμαθε τα νέα από ~ους/μέσω ~ων. 4. ΝΑΥΤ. ο τρίτος στην ιεραρχία καπετάνιος ή μηχανικός. Βλ. ανθυποπλοίαρχος. ● επίρρ.: τρίτον (λόγ.): στην τρίτη θέση σε απαρίθμηση, επιχειρηματολογία: (κατά) πρώτον ..., (κατά) δεύτερον ... και (κατά) ~ ... Βλ. -ον2. ● ΣΥΜΠΛ.: τρίτη θέση: οικονομική θέση στο κατάστρωμα πλοίου: Ταξιδεύει (στην) ~ ~., τρίτο μάτι: διαίσθηση: Τίποτα δεν μπορεί να ξεφύγει από το ~ του ~. Πβ. διόραση, έκτη αίσθηση, ενόραση. [< αγγλ. third eye] , Τρίτος Κόσμος: οι αναπτυσσόμενες χώρες της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής: τα παιδιά/τα προβλήματα του ~ου ~ου. Οικονομική βοήθεια προς τα κράτη του ~ου ~ου. Βλ. ανεπτυγμένες/αναπτυγμένες χώρες, Τέταρτος Κόσμος, υπανάπτυκτες χώρες. [< γαλλ. Tiers-Monde, 1952] , η τρίτη διάσταση βλ. διάσταση, πρώτου/δευτέρου/τρίτου βαθμού βλ. βαθμός, το Τρίτο Ράιχ βλ. ράιχ, το τρίτο φύλο βλ. φύλο, τρίτη ηλικία βλ. ηλικία ● ΦΡ.: ανάκριση τρίτου βαθμού βλ. ανάκριση, ένα τρίτο μάτι βλ. μάτι, ο τρίτος δρόμος βλ. δρόμος, στενές επαφές τρίτου τύπου βλ. επαφή, στους δύο τρίτος δεν χωρεί/χωρά(ει) βλ. χωρώ, τελευταίος (/δεύτερος/τρίτος) και καταϊδρωμένος βλ. καταϊδρωμένος, τρίτη και φαρμακερή βλ. φαρμακερός [< αρχ. τρίτος, γαλλ. tiers, αγγλ. third]

υπόθεση

υπόθεση[ὑπόθεση] υ-πό-θε-ση ουσ. (θηλ.) 1. αντικείμενο φροντίδας ή ενασχόλησης· ειδικότ. σοβαρό κυρ. ζήτημα το οποίο απασχολεί τον άνθρωπο ή την κοινωνία: ανδρική/ατομική/γυναικεία/ιδιωτική/κοινωνική/προσωπική ~. Πρέπει να τακτοποιήσω κάποιες οικογενειακές ~έσεις. Το να συνεννοηθείς μαζί του δεν είναι απλή/εύκολη/μικρή ~. (προφ.) Αυτό είναι δική μου ~. Να μην ανακατεύεσαι σε ξένες ~έσεις/στις ~έσεις των άλλων. Κάνεις θέμα για ~ μισής ώρας; Πάντα εγώ γίνομαι/είμαι ο κακός της ~ης.|| Βάσιμη/δημόσια/εθνική/επίμαχη/σκοτεινή ~. Διαλεύκανση/διερεύνηση/έκβαση/εξιχνίαση/επανεξέταση/ιστορικό/ουσία/πτυχή της ~ης. ~ τιμής. Εξελίξεις στην ~ δολοφονίας/της εξαφάνισης (ανηλίκου)/του σκανδάλου/της τρομοκρατίας. Η προστασία του περιβάλλοντος είναι ~ όλων μας (: μας αφορά όλους). Η ανακαίνιση του κτιρίου είναι δαπανηρή ~. Yπηρεσία Εσωτερικών/Εξωτερικών ~έσεων. Πβ. γεγονός, θέμα, πρόβλημα, συμβάν. 2. οτιδήποτε θεωρείται ως αποδεκτό, δεδομένο ή πραγματικό, προκειμένου να αποτελέσει στη συνέχεια βάση συζήτησης, να οδηγήσει σε κάποιο συμπέρασμα ή να επαληθευτεί η ορθότητά του: εσφαλμένη/σωστή ~. Έχει διατυπωθεί η ~ ότι … Κάνουμε μόνο ~έσεις (: δεν είμαστε βέβαιοι). Στηρίζομαι σε/συζητώ με ~έσεις. Πβ. εικασία.|| Επιστημονική ~ (= θεωρία). Οι ερευνητές διατύπωσαν την ~ ότι ...|| (ΜΑΘ.) Επαγωγική ~. Βλ. έστω.|| (ΣΤΑΤΙΣΤ.) Μηδενική ~. 3. πλοκή λογοτεχνικού, κινηματογραφικού ή θεατρικού έργου: ταινία με πρωτότυπη ~. Λίγα λόγια για την ~ (του βιβλίου/της παράστασης). Στη μέση της ~ης (= in medias res· βλ. εγκιβωτισμός). Πβ. ιστορία, στόρι. 4. δίκη ή το αντικείμενό της: αστικές/νομικές/ποινικές ~έσεις. Άλυτες ~έσεις. ~ απάτης/αρχαιοκαπηλίας/εκβίασης/κληρονομιάς/υιοθεσίας. Αναβολή/δικογραφία/εκδίκαση/κλείσιμο/ολοκλήρωση/στοιχεία της ~ης. Κέρδισε/έχασε την ~. Εκκρεμεί η ~ ... Ανοίγει ξανά ο φάκελος της ~ης. Ποιος (δικηγόρος) ανέλαβε την ~; Ήρθαν στο φως νέα στοιχεία για την πολύκροτη ~. 5. ΓΡΑΜΜ. το πρώτο μέρος υποθετικού λόγου, με τη μορφή δευτερεύουσας υποθετικής πρότασης: π.χ. Αν κάνει καλό καιρό αύριο, ... ● ΣΥΜΠΛ.: υπόθεση εργασίας: προτεινόμενη εξήγηση μιας σειράς φαινομένων η οποία γίνεται προσωρινά αποδεκτή ως βάση για περαιτέρω διερεύνηση: κεντρική ~ ~. [< αγγλ. working hypothesis] , αναθεώρηση/αναψηλάφηση της δίκης/της υπόθεσης βλ. αναθεώρηση, χαμένη υπόθεση βλ. χαμένος ● ΦΡ.: το ... της υπόθεσης/του πράγματος/της ιστορίας & το ... στην υπόθεση είναι ότι ...: για χαρακτηρισμό μιας κατάστασης: Το δύσκολο/κακό/καλό/κουφό/παράδοξο/περίεργο ~ ~ είναι ότι ..., το γελοίο(ν)/το αστείο της υπόθεσης/του πράγματος/του θέματος βλ. γελοίος, υπόθεση δευτερολέπτων βλ. δευτερόλεπτο [< αρχ. ὑπόθεσις, γαλλ. affaire 2: αγγλ. hypothesis, γαλλ. hypothèse, γερμ. Hypothese]

φως

φως[φῶς] ουσ. (ουδ.) {φωτ-ός | φώτ-α, -ων} 1. ΦΥΣ. ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία που εκπέμπεται από φυσική ή τεχνητή πηγή και διεγείρει την όραση· συνεκδ. η αντίστοιχη πηγή: αμυδρό/απαλό/άπλετο/αχνό/διάχυτο/δυνατό/εκτυφλωτικό/έντονο/ηλιακό/καθαρό/λαμπερό/ορατό/υπεριώδες ~. Ανάκλαση/ανάλυση/(ευθύγραμμη) διάδοση/διάθλαση/πόλωση/ταχύτητα του ~ός. Ακτίνα/δέσμη/κύματα/φάσμα ~ός. Το ~ των αστεριών/του Ήλιου/της Σελήνης. Εκπέμπω ~ (πβ. ακτινοβολώ, λάμπω, φωτίζω). Ξεκίνησαν το ταξίδι με το πρώτο ~ της ημέρας (: το χάραμα).|| Ηλεκτρικό ~. Το ~ της λάμπας/του φάρου. Τα ~α του δρόμου/της πόλης. Τα ~α (= τα φανάρια) της Τροχαίας (Κύπρος). Φωτογραφίζω κόντρα στο ~. Βλ. ημίφως, σκοτάδι.|| Διακόπτης ~ός. Ανάβω/κλείνω/σβήνω το ~. Ανοιχτά/πολύχρωμα/χαλασμένα/χαμηλωμένα ~α. (σε μηχανήματα:) ~α εργασίας. Βλ. γλόμπος, λάμπα, λαμπτήρας, λυχνία.|| (μτφ.) Τα ~α της ράμπας (: το θέατρο, η θεατρική ζωή). 2. (συνεκδ.) η αίσθηση της όρασης: Έχασε/ξαναβρήκε το ~ του. 3. {κυρ. στον πληθ.} (μτφ.) η γνώση, η εμπειρία, κάποιου συνήθ. πάνω σε έναν τομέα: Έχω ένα πρόβλημα και χρειάζομαι τα ~α σας.|| Πόλη/χώρα που (μετ)έδωσε τα ~α του πολιτισμού στον κόσμο. 4. {κυρ. στον πληθ.} (μτφ.) το ενδιαφέρον των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης για κάποιον/κάτι: Όλα τα ~α είναι στραμμένα στον τελικό του Κυπέλλου. 5. οτιδήποτε διαφωτίζει τον άνθρωπο: το ~ της αγάπης/ειρήνης. Το αιώνιο ~ της αλήθειας.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Το ~ του κόσμου (= ο Χριστός). Το ~ της Βασιλείας των Ουρανών/του Λόγου του Θεού. ● Υποκ.: φωτάκι (το): ΣΥΝ. λαμπάκι ● ΣΥΜΠΛ.: Άγιο Φως: ΕΚΚΛΗΣ. το φως της Ανάστασης που λαμβάνεται από τον Πανάγιο Τάφο το μεσημέρι του Μ. Σαββάτου: το θαύμα/η τελετή αφής του ~ου ~ός., λευκό φως: ΦΥΣ. που περιέχει όλα τα μήκη κύματος του ορατού φάσματος με την ίδια περίπου ένταση όπως το ηλιακό φως., ο Αιώνας των Φώτων: η εποχή του Διαφωτισμού., πράσινο φως (μτφ.): άδεια, έγκριση: Δόθηκε το ~ ~ στο νέο νομοσχέδιο. Η κυβέρνηση άναψε/έδωσε ~ ~ για την έναρξη των συνομιλιών με τους ... Πήρε το ~ ~ για την ανέγερση εμπορικού κέντρου. [< αγγλ. green light, 1937] , φως ασφαλείας: φωτισμός που εξακολουθεί να λειτουργεί σε περίπτωση διακοπής του ηλεκτρικού ρεύματος: ηλιακό ~ ~., φώτα διασταύρωσης & μεσαία φώτα: μπροστινοί προβολείς οχήματος τους οποίους οι οδηγοί υποχρεούνται να ανάβουν μισή ώρα μετά τη δύση του Ηλίου., φώτα έκτακτης/επείγουσας ανάγκης & φώτα κινδύνου: αλάρμ., φώτα θέσης & μικρά φώτα & (σπάν.) φώτα στάσης: τα φώτα τoυ oχήματoς πoυ χρησιμoπoιoύνται για να διακρίνεται αυτό και τo πλάτoς τoυ: ~ ~ μπρoστά/πίσω., φώτα πορείας & μεγάλα φώτα & φανοί πορείας: μπροστινά φώτα οχήματος (ή σκάφους) για επαρκή φωτισμό σε απόσταση τουλάχιστον εκατό μέτρων. [< γερμ. Fernlicht] , άκτιστο(ν) φως βλ. άκτιστος, διασπορά του φωτός βλ. διασπορά, έτος φωτός βλ. έτος, ζωδιακό φως βλ. ζωδιακός, η πόλη του φωτός βλ. πόλη, ήχος και φως βλ. ήχος, παλμικό φως βλ. παλμικός, φως ιλαρόν βλ. ιλαρός ● ΦΡ.: είδε το (πρώτο) φως της ζωής/της (η)μέρας/του ήλιου (μτφ.): (για πρόσ.) γεννήθηκε ή (για πράγμα) κυκλοφόρησε ή ανακαλύφθηκε: ~ ~ πριν από σαράντα χρόνια.|| Το δεύτερο βιβλίο του μόλις ~ ~.|| Ένα σημαντικό εύρημα ~ ~ κατά τις ανασκαφές., μου άλλαξε τα φώτα & τα πετρέλαια/τα πέταλα (προφ.): κάποιος ή κάτι με ταλαιπώρησε πολύ: Οι παίκτες ~ξαν ~ στην αντίπαλη ομάδα. Οι αυξήσεις των τιμών μάς ~ξαν ~. ΣΥΝ. μου άλλαξε/μου έβγαλε τον αδόξαστο/την πίστη/την Παναγία, ποιος στραβός/τυφλός δεν θέλει το φως του; (εμφατ.): ως έκφραση που δηλώνει ότι όλοι θα ήθελαν να τους συμβεί κάτι πολύ καλό ή να λυθεί κάποιο πρόβλημά τους., ρίχνω φως 1. φωτίζω: Ρίξε μου λίγο ~ με τον φακό. 2. (μτφ.) ξεκαθαρίζω, διαλευκαίνω: Η έρευνα ~ξε ~ στο ζήτημα/στην υπόθεση. Πβ. ξεδιαλύνω., στο φως: για κάτι που αποκαλύπτεται, δημοσιοποιείται: Η έρευνα έφερε ~ ~ νέα στοιχεία για την υπόθεση. Η αλήθεια πρέπει να βγει ~ ~.|| Όλα ~ ~! Βγήκαν/ήρθαν ~ ~ (: στην επιφάνεια) απόρρητα έγγραφα., υπό το φως (λόγ.) & κάτω από το φως 1. (μτφ.) από την οπτική γωνία, από τη σκοπιά: Το δικαστήριο θα επανεξετάσει την απόφαση ~ ~ των νέων αποκαλύψεων/στοιχείων. Οι σχέσεις των δύο χωρών θα πρέπει να εξεταστούν ~ ~ των πρόσφατων εξελίξεων. 2. με το φως: Δείπνο ~ ~ των κεριών/του φεγγαριού. [< γαλλ. à la lumière] , φως μου!: προσφώνηση προσφιλούς, οικείου προσώπου: Σ' αγαπώ ~ ~!, (είναι) φως φανάρι! βλ. φανάρι, βλέπει το φως/έρχεται στο φως της δημοσιότητας βλ. δημοσιότητα, γενηθήτω φως (και εγένετο φως) βλ. γενηθήτω, φως στο τούνελ βλ. τούνελ [< αρχ. φῶς, γαλλ. lumière, αγγλ. light]

χιλιομετρικός

χιλιομετρικός, ή, ό χι-λιο-με-τρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το χιλιόμετρο: ~ός: δείκτης/έλεγχος/περιορισμός (αυτοκινήτου)/χάρτης. ~ή: αποζημίωση (σε εργαζόμενους που κάνουν χρήση αυτοκινήτου)/έκταση/σήμανση. ~ές: αποστάσεις/διαδρομές. Αυτοκίνητο με υψηλή ~ή απόδοση. Πινακίδες ~ών ενδείξεων. Βλ. χιλιο-. ● επίρρ.: χιλιομετρικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: χιλιομετρική θέση & χιλιομετρικό σημείο: η ακριβής τοποθεσία μετρημένη σε χιλιόμετρα: έργο οδοποιίας στη ~ ~ ... της εθνικής οδού. Ατύχημα στο ~ ~ ... της σιδηροδρομικής γραμμής. Επικίνδυνες ~ές θέσεις., χιλιομετρικός τόνος βλ. τόνος2 [< γαλλ. kilométrique, αγγλ. kilometric]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.