Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • θέτω θέ-τω ρ. (μτβ.) {έθε-σα, θέσω, τέθηκε, τεθεί, θέτ-οντας} (λόγ.): βάζω, τοποθετώ ή υποβάλλω: ~ ένα αίτημα/τις βάσεις για …/ένα ερώτημα/τα θεμέλια για …/κανόνες/τις κατευθύνσεις/κριτήρια/ένα πρόβλημα/προθεσμία σε κάποιον (πβ. καθορίζω, ορίζω)/μια πρόταση (για/προς ψηφοφορία)/τις προϋποθέσεις για …/(ένα) τέλος σε … ~ (κάποιον) σε αργία/διαθεσιμότητα/δοκιμασία/επαγρύπνηση/επιφυλακή/κίνδυνο/ομηρία. ~ κάτι υπό αμφισβήτηση/(δικαστική, νόμιμη) απαγόρευση. ~ κάποιον υπό επιτήρηση/κηδεμονία/την κυριαρχία μου/περιορισμό/προστασία. ~ ένα μέτρο σε εφαρμογή/σε ισχύ. ~ μια υπόθεση στο αρχείο. ~ περιορισμούς/πλαφόν σε κάτι. ~σε βέτο/όρους/τον εαυτό του στη διάθεση της Δικαιοσύνης. ~ κάτι σε αχρηστία (= το αχρηστεύω). Ένας τραυματισμός τον ~σε εκτός μάχης/παιχνιδιού. ~σαν το κίνημα εκτός νόμου. Οι πυροσβέστες κατάφεραν να θέσουν υπό έλεγχο τη φωτιά. ~σαν το φάρμακο εκτός κυκλοφορίας (= το απέσυραν). Έχουν θέσει σε λειτουργία τις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής. Έχει θέσει σκοπό/(ως) στόχο της ζωής της να ... Τον έχουν θέσει/τέθηκε εκτός ... (= τον έχουν απομακρύνει, περιθωριοποιήσει). Μας έχουν θέσει αντιμέτωπους με ηθικά διλήμματα. Για να το θέσω (πιο) απλά, ... Πρέπει να θέσεις προτεραιότητες στη ζωή σου (= να βάλεις). Σκοπεύει να θέσει υποψηφιότητα για τη θέση του δημάρχου. Βλ. αντι~, δια~, εκ~, μετα~, παρα~. ● ΦΡ.: θέτω (κάτι) υπόψη (κάποιου) (λόγ.): του το γνωστοποιώ: Έθεσαν ~ του υπουργού τα ζητήματα που απασχολούν τον κλάδο τους. Πβ. επισημαίνω., θέτω επί ποδός (λόγ.): κινητοποιώ., θέτω θέμα/ζήτημα: το κοινοποιώ, το εκθέτω, για να συζητηθεί ή/και να επιλυθεί: ~ουν θέμα ηγεσίας (πβ. εγείρω, προβάλλω). Οι μαθητές ~σαν πολλά θέματα στον δήμαρχο. Έχουμε θέσει το ζήτημα στο τραπέζι των συζητήσεων., θέτω κάποιον προ των ευθυνών (του) (λόγ.): τον καλώ να αναλάβει τις ευθύνες του: Η αντιπολίτευση έθεσε την κυβέρνηση ~ ~ της., θέτω/βάζω κατά μέρος: αφήνω στην άκρη αντιρρήσεις ή διαφωνίες: Έθεσαν/έβαλαν ~ ~ τις διαφορές τους (= τις παραμέρισαν) και ένωσαν τις δυνάμεις τους., θέτω/βάζω/τοποθετώ τον πήχη (πολύ) ψηλά: ορίζω υψηλούς στόχους. [πβ. γαλλ. placer la barre trop haut] , βάζω/θέτω τη σφραγίδα μου, βλ. σφραγίδα, βάζει/δίνει/θέτει τέλος/τέρμα στη ζωή του βλ. ζωή, θέτω εν αμφιβόλω βλ. αμφίβολος, θέτω επί τάπητος βλ. τάπητας, θέτω σε κυκλοφορία βλ. κυκλοφορία, θέτω τον δάκτυλον εις/επί τον τύπον των ήλων βλ. ήλος, θέτω/βάζω σε ενέργεια βλ. ενέργεια, θέτω/βάζω σε κίνηση βλ. κίνηση ● βλ. τίθεμαι [< μεσν. θέτω]

καταπνίγω

καταπνίγω

, η, ο [ἀμφίβολος] αμ-φί-βο-λος επίθ. {-ου (λόγ.) -όλου}: αυτός για τον οποίο δεν υπάρχει σιγουριά, βεβαιότητα: ~η: αξία (= αμφισβητήσιμη, ΑΝΤ. αναμφισβήτητη, αναντίρρητη)/έκβαση (= αβέβαιη, ΑΝΤ. βέβαιη)/προοπτική. ~ο: αποτέλεσμα/μέλλον. Η συμμετοχή του παραμένει ~η. ~ης ποιότητας προϊόντα/υπηρεσίες. Άνθρωπος ~ων ικανοτήτων/προθέσεων/προσόντων.|| (λόγ.) ~όλου ηθικής/κύρους. Κειμήλια/ντοκουμέντα ~όλου γνησιότητας/προέλευσης. ΑΝΤ. αναμφίβολος, βέβαιος (1) ● επίρρ.: αμφίβολα ● ΦΡ.: θέτω εν αμφιβόλω [ἐν ἀμφιβόλῳ] (λόγ.): αμφισβητώ: ~ ~ την αξιοπιστία/την άποψη/τους ισχυρισμούς (κάποιου). Η πολιτική σταθερότητα της χώρας τίθεται ~. [< αρχ. ἀμφίβολος, γαλλ. douteux]

ενέργεια

ενέργεια[ἐνέργεια] ε-νέρ-γει-α ουσ. (θηλ.) {-ας (λογ.) -είας | -ών} 1. συγκεκριμένη δράση υποκειμένου ή φορέα για την επίτευξη ορισμένου σκοπού· κίνηση, πράξη: αυθαίρετη (= αυθαιρεσία)/επιθετική (= επίθεση)/εχθρική (: εισβολή)/πραξικοπηματική (= πραξικόπημα)/πολιτική/προκλητική/πρωτοφανής/τρομοκρατική ~. Υλοποίηση μιας ~ας. Αποσπασματικές/αποτελεσματικές/αποφασιστικές/άστοχες/διπλωματικές/καινοτόμες/κοινές/μεμονωμένες/λανθασμένες/νομικές/προπαρασκευαστικές/σπασμωδικές/συντονισμένες ~ες. ~ες ανάδειξης και προβολής/ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης (βλ. μέτρο, σχέδιο). Έγιναν όλες οι αναγκαίες/δυνατές/κατάλληλες ~ες. Κατόπιν ~ών μου. Έχουν προβεί/προχωρήσει στις απαραίτητες ~ες για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους. Βλ. αντ~, αυτ~, δι~. 2. ΦΥΣ. μέγεθος που εκφράζει το ποσό του έργου που απαιτείται για να μεταβεί ένα φυσικό σύστημα από μια αρχική σε μια τελική κατάσταση: ύλη και ~. ~ και ισχύς. Κατανάλωση ~ας. Αποθήκευση/απορρόφηση/απώλεια ~ας. Αρχή διατήρησης της ~ας. Οποιαδήποτε μεταβολή στη φύση απαιτεί ή απελευθερώνει ~. Βλ. βιο~, ραδι~, τηλ~, υδρο~. Βλ. τζάουλ.|| (με αναφορά στην ηλεκτρική ~) Αγορά/διαχείριση/εξοικονόμηση/κατανάλωση/παροχή ~ας.|| (ΟΙΚΟΛ., για τις ανανεώσιμες ή τις συμβατικές μορφές ~ας) Βιώσιμη/πράσινη/φτηνή ~. Ήπιες/καθαρές πηγές ~ας.|| Η ~ των τροφών υπολογίζεται σε θερμίδες. 3. ενεργητικότητα, ζωντάνια: Είναι γεμάτη ~. Η ~ά της είναι ανεξάντλητη. Διαθέτει μεγάλα αποθέματα ~ας. Πβ. δυναμισμός, ζωτικότητα, σφρίγος.|| Ανάλωσε πολλή ~ μέχρι να την πείσει (= έκανε πολύ κόπο). Το μέλι μάς χαρίζει ~. 4. επενέργεια, επίδραση, δραστικότητα: ανεπιθύμητη ~ φαρμάκου (= παρ~). Θεραπευτική ~ των ιαματικών νερών. Βλ. μετ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αρνητική/θετική ενέργεια: αίσθηση που αποπνέει κάποιος ή κάτι, προκαλώντας στους άλλους κακή ή καλή διάθεση: Βγάζει/εκπέμπει ~ ~. Πβ. αύρα.|| (νεαν. αργκό) Σας στέλνουμε (όλη) τη θετική μας ~ (: θερμές και ειλικρινείς ευχές)! [< γαλλ. énergie négative/positive] , ελεύθερη ενέργεια (συστήματος): ΦΥΣ. που είναι διαθέσιμη για την παραγωγή ωφέλιμου έργου (μέσω ορισμένων διεργασιών). Βλ. εντροπία. [< αγγλ. free energy] , αιολική ενέργεια βλ. αιολικός2, ανάκτηση ενέργειας βλ. ανάκτηση, ανανεώσιμες/εναλλακτικές πηγές/μορφές ενέργειας βλ. ανανεώσιμος, ατομική ενέργεια βλ. ατομικός, γεωθερμική ενέργεια βλ. γεωθερμικός, δυναμική ενέργεια βλ. δυναμικός, δυναμικό ενέργειας βλ. δυναμικό, εγκληματική ενέργεια βλ. εγκληματικός, ενέργεια ιονισμού βλ. ιονισμός, ζωτική/ζωική ενέργεια/δύναμη βλ. ζωτικός, ηλεκτρική ενέργεια βλ. ηλεκτρικός, ηλιακή ενέργεια βλ. ηλιακός, θερμική ενέργεια βλ. θερμικός, ισοκατανομή της ενέργειας βλ. ισοκατανομή, κινητική ενέργεια βλ. κινητικός, μηχανική ενέργεια βλ. μηχανικός, ποιόν ενεργείας βλ. ποιόν, πυρηνική ενέργεια βλ. πυρηνικός, σκοτεινή ενέργεια βλ. σκοτεινός, συμβατικές/μη ανανεώσιμες πηγές/μορφές ενέργειας βλ. συμβατικός, υδραυλική ενέργεια βλ. υδραυλικός, υδροηλεκτρική ενέργεια βλ. υδροηλεκτρικός, φωτεινή ενέργεια βλ. φωτεινός, χημική ενέργεια βλ. χημικός ● ΦΡ.: εν ενεργεία [ἐν ἐνεργείᾳ] (λόγ.) 1. σε ενεργό δράση: αξιωματικός/βουλευτής/εκπαιδευτικός ~ ~. ΑΝΤ. εν αποστρατεία, συνταξιούχος.|| ~ ~ ηφαίστειο. 2. ΦΙΛΟΣ. που έχει πραγματοποιηθεί: ~ ~ ικανότητες. Βλ. εντελέχεια. ΑΝΤ. εν δυνάμει [< γαλλ. en activité] , θέτω/βάζω σε ενέργεια: εφαρμόζω: Έβαλαν σε ~ το σχέδιό τους. Πρόγραμμα δράσης που τέθηκε σε ~. Πβ. βάζω μπροστά/μπρος, ενεργοποιώ. [< γαλλ. mettre en action] , προς ενέργεια & (λόγ.) προς ενέργειαν: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. για τη διεκπεραίωση, υλοποίηση (μιας εντολής, υποχρέωσης): αποδέκτες/προθεσμίες ~ ~. [< 1: αρχ. ἐνέργεια 2,3: γαλλ. énergie, αγγλ. energy 4: κατά τη σημ. 3 του ενεργώ]

ζωή

ζωήζω-ή ουσ. (θηλ.) 1. η ιδιότητα που διακρίνει τα έμβια από τα μη έμβια όντα, όπως εκδηλώνεται στις λειτουργίες του μεταβολισμού, της ανάπτυξης, της αναπαραγωγής και κατ' επέκτ. η ύπαρξη: το φαινόμενο της ~ής. Το νερό ως πηγή ~ής.|| Η ανθρώπινη ~ είναι πολύτιμη. Δικαίωμα στη ~. Σκοπός της ~ής. Διακινδύνευσε τη ~ του, για να με σώσει. Μας φυγάδευσε με κίνδυνο της ~ής του. Έχασαν/θυσίασαν τη ~ τους για την ελευθερία. Νίκησαν, αλλά με τίμημα τη ~ χιλιάδων μαχητών. Μία σφαίρα του αφαίρεσε/πήρε τη ~ (= τον σκότωσε). Έφυγε από τη ~ (= δεν ζει πια). Δεν έχει ~ (= θα πεθάνει σύντομα). Δεν βρίσκεται πια στη ~ (= έχει πεθάνει). Διατηρείται στη ~ με τεχνητά μέσα. Χρωστάω τη ~ μου στον γιατρό μου. (απειλητ.) Τα λεφτά σου ή τη ~ σου! Ο ερχομός του έδωσε νόημα στη ~ μου. Είσαι η ~ μου!|| Προηγούμενη ~ (βλ. μετεμψύχωση).|| (μτφ.) Ο σχεδιαστής έδωσε ~ σε χαρακτήρες κινουμένων σχεδίων. ΑΝΤ. θάνατος (1) 2. (συνεκδ.) τα έμβια όντα ως σύνολο: θαλάσσια ~. (Α)κυτταρική μορφή ~ής. Υπάρχει ~ σε άλλους πλανήτες; 3. η περίοδος από τη γέννηση (ή από άλλο χρονικό σημείο) ως τον θάνατο (ή ως μια συγκεκριμένη στιγμή της ζωής) και ειδικότ. τα γεγονότα που έχει ζήσει κάποιος, ο βίος του: διάρκεια/μέσος όρος ~ής. Σχέση ~ής (: μακροχρόνια και ουσιαστική). Στα πρώτα βήματα της ~ής (= στα παιδικά χρόνια). Τι κάνεις στη ~ σου (= πώς περνάς, με τι ασχολείσαι); Δεν έκανε τίποτα (ενν. σπουδαίο ή δημιουργικό) στη ~ του. Ευκαιρίες που τυχαίνουν μία φορά στη ~. Τέτοιο πράγμα δεν έχω ξαναδεί στη ~ μου. Όλη μου τη ~ δουλεύω. Παρέμεινε στο εξωτερικό για το υπόλοιπο της ~ής της. Τα λόγια του θα τα θυμάμαι για/σε όλη μου τη ~.|| ~ γεμάτη αγώνες/βάσανα (πβ. σκυλο~)/προκλήσεις/χαρές. Η ~ και το έργο του ποιητή. Σημαντικοί σταθμοί στη ~ της. Ταινία θα γίνει η ~ της δημοφιλούς ηθοποιού. Γράφει βιβλίο για τη ~ του (βλ. αυτοβιογραφία). 4. ο τρόπος με τον οποίο ζει κάποιος, διαβίωση και ειδικότ. το σύνολο των δραστηριοτήτων σε ατομικό ή συλλογικό επίπεδο ή σε συγκεκριμένο τομέα: αληθινή/ανέμελη/άνετη (βλ. ευζωία)/γλυκιά (πβ. ντόλτσε βίτα)/δύσκολη/εικονική/εύκολη/ήσυχη/λιτή/μαύρη/παραμυθένια/πραγματική/σκληρή/σκυλίσια ~. Έκανε άστατη ~. Έχει πλούσια ερωτική ~. Αρχίζω μια καινούργια ~. Ο χορός είναι η ~ μου. Αφιέρωσε τη ~ του στην επιστήμη. Η ~ στην πρωτεύουσα έχει ακριβύνει πολύ. Την έβγαλε από τη ~ του (= τα χάλασε μαζί της). Μου αναστάτωσε τη ~. Με τη γέννηση του παιδιού, η ~ μας άλλαξε. Το πλυντήριο έκανε τη ~ μας ευκολότερη. Βελτιώσεις που έφερε στη ~ των ανθρώπων η τεχνολογία. Δεν είναι ~ αυτή (: ως εκδήλωση δυσφορίας)! Βλ. παλιο~.|| Οικογενειακή/στρατιωτική/φοιτητική ~. Η κοινωνική/πνευματική ~ της χώρας. Η καλλιτεχνική/νυχτερινή/πολιτική ~ του τόπου. Η ~ στην πόλη/στην ύπαιθρο/τον προηγούμενο αιώνα. 5. η πραγματικότητα του βίου ως εμπειρία: πείρα βγαλμένη από τη ~. Τι ξέρεις από τη ~ εσύ; Για να μάθεις τη ~, πρέπει να τη ζήσεις. Τέλειωσε το γυμνάσιο και βγήκε στη ~ (= στη βιοπάλη). Σπούδασε στο σχολείο της ~ής (: κατ' αντιδιαστολή προς την εγκύκλια εκπαίδευση). Η ~ με δίδαξε να δίνω αξία στους ανθρώπους. Αυτά έχει/έτσι είναι η ~! Πάρε τη ~ στα χέρια σου (: ανάλαβε πρωτοβουλίες). Θέλει να έχει τη δική της ~ (: να είναι ανεξάρτητη). 6. (μτφ.) (για πρόσ.) ενεργητικότητα, ζωντάνια· (για περιοχές) έντονη δραστηριότητα: Άνθρωπος που ξεχειλίζει από ~. Είναι γεμάτος ~ (= ζωτικότητα) και αισιοδοξία. Δεν έχει ~ (= ψυχή) μέσα του.|| Το νησί δεν έχει καθόλου ~ τον χειμώνα. Η πόλη σφύζει από ~. Πβ. κίνηση, κυκλοφορία. ΑΝΤ. νέκρα. 7. (μτφ.) (κυρ. για μηχανές, επιχειρήσεις) διάρκεια λειτουργίας ή αντοχής: η ~ της μπαταρίας. Η εταιρεία στη σύντομη ~ της κατάφερε να κυριαρχήσει στην αγορά. (ΟΙΚΟΝ.) Η ωφέλιμη ~ των παγίων.ζωές (οι): άνθρωποι: Απειλούνται ανθρώπινες ~. Στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο χάθηκαν εκατομμύρια ~ (= ψυχές). Φάρμακο που σώζει ~. ● ΣΥΜΠΛ.: η αιώνια/η άλλη/η μετά θάνατον/η μέλλουσα ζωή & (λόγ.) η αιώνιος ζωή: ΘΕΟΛ. η μεταθανάτια. Βλ. επίγεια/ουράνια ~., καλή ζωή: υψηλό βιοτικό επίπεδο: ~ ~ και μακροζωία/υγεία., μεγάλη ζωή: πολυτελής και κοσμικός τρόπος διαβίωσης: χλιδή και ~ ~., ποιότητα ζωής: το επίπεδο διαβίωσης που καθορίζεται κυρ. από τη διατήρηση καθαρού περιβάλλοντος, από τις ανθρώπινες συνθήκες εργασίας και από τις δυνατότητες αξιοποίησης του ελεύθερου χρόνου: χαμηλή/υψηλή ~ ~. Βελτίωση/εξασθένιση/υποβάθμιση της ~ας ~ (των κατοίκων της πόλης).|| Η ~ ~ των ασθενών. [< αγγλ. quality of life, 1943] , υποστήριξη της ζωής: οτιδήποτε συμβάλλει στη διατήρησή της: (ΙΑΤΡ.) βασική (βλ. καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση/ανάνηψη)/εξειδικευμένη/μηχανική ~ ~. (ΟΙΚΟΛ.) Συστήματα ~ης ~ του πλανήτη (βλ. βιοποικιλότητα, βιόσφαιρα). [< αγγλ. life-support, 1959] , άγρια ζωή βλ. άγριος, ασφάλεια ζωής βλ. ασφάλεια, βιοτικό επίπεδο & επίπεδο ζωής/διαβίωσης βλ. βιοτικός, διπλή ζωή βλ. διπλός, έντονη ζωή βλ. έντονος, επιστήμες της ζωής βλ. επιστήμη, η δημόσια ζωή/ο δημόσιος βίος βλ. δημόσιος, ημιπερίοδος ζωής βλ. ημιπερίοδος2, ημίσεια ζωή βλ. ήμισυς, ιδιωτική ζωή/ιδιωτικός βίος βλ. ιδιωτικός, καθιστική ζωή βλ. καθιστικός, κόστος ζωής βλ. κόστος, κύκλος ζωής βλ. κύκλος, σημεία ζωής βλ. σημείο, στάση ζωής βλ. στάση, το προσδόκιμο ζωής/επιβίωσης βλ. προσδόκιμος ● ΦΡ.: βάζει/δίνει/θέτει τέλος/τέρμα στη ζωή του: αυτοκτονεί: Αποφάσισε/προσπάθησε να βάλει τέλος ~., έδωσε τη ζωή του: για κάποιον που πέθανε για ένα ιδανικό ή κατ' επέκτ. αφιερώθηκε σε αυτό: Τιμάμε τους πολεμιστές που έδωσαν ~ τους για την πατρίδα.|| Έδωσε ~ της (= θυσιάστηκε) για τη σωτηρία της ανθρωπότητας., έδωσε/χάρισε ζωή σε ... 1. έγινε δωρητής οργάνων: ~ ~ σε συνανθρώπους μας, προσφέροντας τα όργανά του για μεταμόσχευση.|| (παλαιότ. για κάποιον καταδικασμένο σε θάνατο) Ο βασιλιάς του χάρισε τη ~ (: του έδωσε χάρη). 2. (μτφ.) αναζωογόνησε: Έδωσε ~ (= πνοή) στη ναυτιλία/στην πόλη., εν ζωή (λόγ.): για κάποιον που είναι ακόμη ζωντανός, στη ζωή: Ο σημαντικότερος ~ ~ συγγραφέας. Δωρεά ~ ~. ΑΝΤ. μετά θάνατο(ν), έχω φάει τη ζωή με το κουτάλι (προφ.): έχω μεγάλη πείρα της ζωής., ζωή μου!: ως προσφώνηση σε αγαπημένο πρόσωπο., ζωή σε (λόγου) σας (προφ.): ως έκφραση συλλυπητηρίων σε συγγενείς ή/και οικείους νεκρού: Θεός σχωρέσ' τον, ~ ~ μας., ζωή χαρισάμενη/ζωή και κότα (προφ.): ευτυχισμένη, ανέμελη, γεμάτη απολαύσεις και καλοπέραση, χωρίς προβλήματα και βάσανα: Περνούν ~ ~., κάνω/ζω τη ζωή μου: ζω όπως επιθυμώ, συνήθ. ανέμελα, χωρίς υποχρεώσεις: Θέλει να ταξιδέψει, να κάνει ~ της. Χαλάρωσε και ζήσε ~ σου! [< γαλλ. vivre ma vie] , μεταξύ ζωής και θανάτου: για ετοιμοθάνατο και γενικότ. για κάθε οριακή κατάσταση: Βρίσκεται ~ ~.|| Μάχη (μεταξύ) ~ ~., μια ζωή (για δήλωση δυσφορίας): από παλιά, πάντα, συνεχώς: ~ ~ τα ίδια λάθη!, μια ζωή την έχουμε (προφ.): η ζωή είναι σύντομη και για αυτό πρέπει να την απολαμβάνουμε., μια ολόκληρη ζωή (προφ.): για πάντα· (επιτατ.) για δήλωση ενός συγκεκριμένου, μικρού ή μεγάλου, χρονικού διαστήματος: φίλοι ~ ~. Αυτοκίνητο/έπιπλα/σπίτι για ~ ~/μια ζωή. Είναι νέος κι έχει ~ ~ (= το μέλλον) μπροστά του.|| Απαιτείται/δεν του φτάνει ~ ~ για να ... Τίναξε στον αέρα ό,τι έχτιζε ~ ~., ξανάφτιαξε τη ζωή του/της: ξαναπαντρεύτηκε. [< γαλλ. refaire sa vie] , ποτέ στη ζωή μου (εμφατ.): ποτέ: Δεν θα το ξεχάσω ~ ~ (: μέχρι να πεθάνω). Ποτέ, μα ~ ~ (= ως τώρα) δεν επιδίωξα να ..., στη ζωή και στο(ν) θάνατο: για πάντα, σε καλές και κακές περιστάσεις: Ορκίστηκαν να είναι μαζί ~ ~., στη ζωή μου/της μάνας μου/των παιδιών μου (προφ.): ως όρκος προς επικύρωση των λεγομένων: ~ ~ μου, δεν το έκανα εγώ! Πβ. μα την πίστη μου!, σε ό,τι έχω ιερό., του κάνω τη ζωή δύσκολη/κόλαση/μαρτύριο/μαύρη/πατίνι/ποδήλατο (προφ.): του δημιουργώ συνεχώς προβλήματα, δεν τον αφήνω να ηρεμήσει, κυρ. ψυχολογικά ή συναισθηματικά: Μου κάνει ~ ~ (= με ζορίζει, ταλαιπωρεί). ΣΥΝ. μου έχει κάνει το(ν) βίο αβίωτο, φιλί (της) ζωής: τεχνητή αναπνοή με εκπνοή στο στόμα και κατ' επέκτ. διάσωση την τελευταία στιγμή: Ο ναυαγοσώστης τού έδωσε το ~ της ~.|| (συχνότ. μτφ.) ~ ~ στην οικονομία. Οι βροχές έδωσαν το ~ ~ στα σιτηρά. Πβ. ενίσχυση, τόνωση. [< αγγλ. kiss of life, 1961] , αγώνας (μεταξύ) ζωής και θανάτου βλ. αγώνας, αλλάζω ζωή/πορεία/ρότα/σελίδα βλ. αλλάζω, βγάζω/κερδίζω τα προς το ζην/το ψωμί μου βλ. κερδίζω, δίνω (μια) ανάσα (ζωής) βλ. ανάσα, είδε το (πρώτο) φως της ζωής/της (η)μέρας/του ήλιου βλ. φως, έκοψε/κόπηκε το νήμα της ζωής (κάποιου) βλ. νήμα, έρχεται στον κόσμο/στη ζωή βλ. έρχομαι, εφ' όρου ζωής βλ. όρος, έφυγε απ' τη ζωή/τον κόσμο βλ. φεύγω, έχασε τη μάχη για/με τη ζωή/με το(ν) θάνατο βλ. μάχη, ζήτημα/θέμα ζωής ή/και θανάτου βλ. ζήτημα, η ιστορία της ζωής μου βλ. ιστορία, κρατώ κάποιον ζωντανό/στη ζωή βλ. κρατώ, μπαίνω/έρχομαι στη ζωή κάποιου βλ. μπαίνω, ο θάνατός σου, η ζωή μου! βλ. θάνατος, στοίχισε τη ζωή (σε κάποιον) βλ. στοιχίζει, το αλάτι/το άλας της γης/της ζωής βλ. άλας, φέρνω στη ζωή/στον κόσμο βλ. φέρνω ● βλ. ζωούλα [< αρχ. ζωή, γαλλ. vie, αγγλ. life, γερμ. Leben]

ήλος

ήλος[ἧλος] ή-λος ουσ. (αρσ.) 1. (επίσ.) καρφί: μπουλόνια, κοχλίες και ~οι. Βλ. πριτσίνι. 2. ΙΑΤΡ. συνδετικό υλικό συνήθ. από μέταλλο, το οποίο χρησιμεύει για την επανένωση οστών που έχουν υποστεί κάταγμα: ενδομυελικοί ~οι. ● ΦΡ.: θέτω τον δάκτυλον εις/επί τον τύπον των ήλων (ΚΔ) (μτφ.-λόγ.) 1. ασχολούμαι άμεσα και αποφασιστικά με την ουσία ενός θέματος ή προβλήματος: Η κυβέρνηση πρέπει να θέσει ~, για να βρεθεί λύση στο φλέγον ζήτημα της ανεργίας. 2. ζητώ χειροπιαστές αποδείξεις, προκειμένου να πειστώ για κάτι: Αν δεν θέσω πρώτα τον δάκτυλόν μου ~, δεν πιστεύω τίποτα απ' όσα μου λες. [< 1: αρχ. ἧλος]

κίνηση

κίνησηκί-νη-ση ουσ. (θηλ.) 1. μεταβολή της θέσης ενός σώματος σε σχέση με ένα σταθερό σημείο αναφοράς: ανοδική/επαναλαμβανόμενη/καθοδική/κυκλική/παλινδρομική/παλμική/σταθερή/ταχεία/φαινομενική ~. Η (αυτόνομη) ~ του ανθρώπου/των ζώων (βλ. βάδιση, κολύμβηση, πτήση). Η ~ του αεροπλάνου/της μπάλας/του πλοίου. Η (περιοδική) ~ του εκκρεμούς. Η (περιστροφική) ~ των ηλεκτρονίων γύρω από τον πυρήνα/των πλανητών. Σε αδιάκοπη/αέναη/αιώνια/συνεχή ~ (ΑΝΤ. ηρεμία). (ΤΕΧΝΟΛ.) Ανίχνευση/ανιχνευτής ~ης. Βλ. ανα~, ατμο~, αυτο~, ηλεκτρο~, μηχανο~, πετρελαιο~, τηλε~, υδρο~.|| (ΓΡΑΜΜ.) Ρήματα (δηλωτικά) ~ης/~ήσεως.|| (ΦΥΣ.) Αντίρροπη/αντίστροφη/επιβραδυνόμενη/επιταχυνόμενη/(ευθύγραμμη) ομαλή/μεταβαλλόμενη/μεταδιδόμενη/σχετική ~. Η διεύθυνση/οι νόμοι/η φορά της ~ης. Ελικοειδείς/σπειροειδείς ~ήσεις.|| (ΓΕΩΛ.) Εδαφικές/σεισμικές/τεκτονικές ~ήσεις.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ σε πραγματικό χρόνο. Προσθήκη (εφέ) ~ης. Προσομοίωση ~ης. ΑΝΤ. ακινησία (1) 2. (ειδικότ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} μετατόπιση, αλλαγή θέσης μέλους ή μελών του σώματος: αέρινες/εκφραστικές/προκλητικές/ρυθμικές/χορευτικές (πβ. φιγούρα) ~ήσεις. Άνεση/συγχρονισμός ~ήσεων. Με αθόρυβες/απαλές/αργές/άτσαλες/ελαφρές/επιδέξιες/ζωηρές/ήρεμες/μαλακές/νευρικές/συγκρατημένες/συντονισμένες/φοβισμένες/χαριτωμένες ~ήσεις (ενν. των χεριών/ποδιών). Ετοιμάστηκε με απλές/αυτόματες/μηχανικές ~ήσεις. Συμφωνία με μια ~ του κεφαλιού (πβ. νεύμα). Άτομα με δυσκολία στην ~ (: που δυσκολεύονται να περπατήσουν). Έκανε μια αδέξια/απότομη/βίαιη/ξαφνική ~. Αισθάνθηκε μια ~ πίσω του (: κάποιον να κινείται). Πβ. κούνημα, σάλεμα.|| (για ακούσιες/αντανακλαστικές ~ήσεις) ~ήσεις του οφθαλμού. Καρδιακές/μυικές ~ήσεις (: συσπάσεις, τόνος). 3. μετακίνηση οχημάτων σε αστικούς κυρ. δρόμους ή εθνικές οδούς· ειδικότ. κυκλοφοριακή συμφόρηση: έλεγχος της ~ης. Ενημέρωση για την ~ στο κέντρο της πόλης. Αραιή/αυξημένη/μειωμένη/πυκνή η ~ (των αυτοκινήτων). Η ~ διεξάγεται ομαλά/χωρίς προβλήματα.|| Έχει απερίγραπτη/αφάνταστη/αφόρητη/τρομερή ~. Πού πας με τέτοια ~; Έμπλεξε στην ~ και άργησε. Βλ. κυκλοφοριακό, μποτιλιάρισμα, υγραεριο~. 4. μαζική μετακίνηση ανθρώπων· διακίνηση αγαθών: μεταναστευτική ~. Αύξηση/μείωση της τουριστικής ~ης. Αναμενόμενη/ενισχυμένη/περιορισμένη η (επιβατική) ~ στα αεροδρόμια/λιμάνια (πβ. κινητικότητα). (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) Έξοδα (παραστάσεως και) ~ήσεως. (ΣΤΡΑΤ.) ~ήσεις στρατευμάτων. Επιθέσεις με κυκλωτικές ~ήσεις.|| Αγοραστική/εμπορική ~. ~ των ειδών/εμπορευμάτων/προϊόντων. 5. {συνηθέστ. στον πληθ.} ενέργεια, πράξη για επίτευξη συγεκριμένου στόχου: απεγνωσμένη/αποφασιστική/έξυπνη/περίεργη/σημαντική ~ (προσέγγισης). Αναπτυξιακές/βελτιωτικές/διορθωτικές/επιθετικές/κερδοσκοπικές/μεθοδικές/μεταγραφικές/προμελετημένες/προσεκτικές/σπασμωδικές/ύποπτες ~ήσεις. ~ήσεις εκτόνωσης/εμπιστοσύνης/εντυπωσιασμού/εξομάλυνσης των σχέσεων. Με αποτελεσματικές/μετρημένες ~ήσεις ... Έξοχη επιχειρηματική ~. ~ αγάπης για τους σεισμοπαθείς. ~ προς τη σωστή κατεύθυνση. Με μια ~ αιφνιδιασμού ... Η ~ή σου δεν ήταν σωστή. Έκανες λάθος ~! Έκανε την πρώτη ~ (= βήμα). Εξετάζει/προετοιμάζει την επόμενή του ~. Καταγράφουν/παρακολουθούν τις ~ήσεις μας. Μελέτη των ~ήσεων του αντιπάλου. Πβ. χειρισμός. Βλ. παρα~.|| (στο σκάκι) Ματ σε τέσσερις/τρεις ~εις.|| (ΝΟΜ.) ~ αγωγής. Αίτηση/απόφαση ~ήσεως (= έναρξης) της διαδικασίας. 6. κίνημα: ανανεωτική/αντιεθνικιστική/αντιεξουσιαστική/δημοκρατική/ενιαία/ενωτική/οικολογική/προοδευτική/ριζοσπαστική ~. Αγωνιστική/ανεξάρτητη/αυτόνομη ~ εκπαιδευτικών/φοιτητών. ~ (και πρωτοβουλία) πολιτών κατά του ρατσισμού/για την προστασία των μεταναστών. Συνεργαζόμενες πολιτικές ~ήσεις. Εθελοντικές ~ήσεις/~ήσεις εθελοντών. ~ήσεις και συσπειρώσεις. Ιδρύθηκε/λειτουργεί/συγκροτήθηκε διεθνής ~ για ... Ενισχύω/συμμετέχω σε/υποστηρίζω αντιπολεμική ~. Πβ. ρεύμα. 7. κυκλοφορία πελατών, επισκεπτών, θεατών σε εμπορικούς ή πολιτιστικούς συνήθ. χώρους· συνεκδ. το σύνολό τους και οι οικονομικές συναλλαγές που πραγματοποιούνται: κατάστημα με μεγάλη/μικρή (ετήσια/καθημερινή/μηνιαία) ~. Η ~ στα μουσεία/στην αγορά. Η ~ στα μαγαζιά ήταν/παρουσιάστηκε ανεβασμένη/αυξημένη/μειωμένη/πεσμένη. Ενισχύθηκε η οικονομική ~ της πόλης. Άνοδος/πτώση της αγοραστικής/εμπορικής ~ης. Καταγραφή/στατιστικά ~ης δικτύου/ιστοσελίδας/υπηρεσίας (πβ. επισκεψιμότητα). (σε νοσοκομείο) Βιβλίο ~ης ασθενών. 8. {συνήθ. στον εν.} (περιληπτ.) δραστηριότητες, εκδηλώσεις, πρωτοβουλίες, γεγονότα σε ορισμένο τομέα ή χώρο δράσης: επιστημονική/καλλιτεχνική/πνευματική ~. ~ ιδεών. Παρακολούθηση της πολιτιστικής ~ης. Η αθλητική ~ του σαββατοκύριακου. Ρεπορτάζ για την αγωνιστική ~ στο μπάσκετ. Τηλεπικοινωνιακή ~ της εορταστικής περιόδου. 9. διακύμανση ποσοτικού μεγέθους, όπως αυτή καταγράφεται επισήμως: (ΟΙΚΟΝ.) ~ κεφαλαίων (και συνάλλαγμα)/λογαριασμού/μετοχών/πιστωτικής κάρτας/ταμείου/τιμών. Η ~ στο χρηματιστήριο.|| (ΣΤΑΤΙΣΤ.) Δείκτης/στοιχεία ~ης του πληθυσμού (: γεννητικότητας, θνησιμότητας, μετανάστευσης). 10. ΤΕΧΝΟΛ. για μηχανική διάταξη που έχει τη δυνατότητα να θέσει κάτι (όχημα, συσκευή) σε λειτουργία, μεταδίδοντας συνήθ. κινητήρια ροπή: αυτοκίνητο με μπροστινή/οπίσθια ~/με ~ στους τέσσερις τροχούς. Βιομηχανικά/υβριδικά/υδραυλικά συστήματα ~ης. Αλυσίδες (μετάδοσης) ~ης. Βλ. τετρα~. ● ΣΥΜΠΛ.: γραφείο κίνησης & (λόγ.) κινήσεως 1. τμήμα ιδρύματος, υπηρεσίας, αρμόδιο για την οργάνωση της μετακίνησης των μελών του και της εκτέλεσης των δρομολογίων, καθώς και για τον έλεγχο της στάθμευσης και συντήρησης των οχημάτων του: (ΣΤΡΑΤ.) αξιωματικός του ~ου ~ήσεως. 2. τμήμα νοσοκομείου αρμόδιο για την καταγραφή των ασθενών που εισέρχονται προς νοσηλεία ή φεύγουν με εξιτήριο και κατ' επέκτ. για την έκδοση εισιτηρίων, εξιτηρίων., παθητική κίνηση: μέθοδος φυσικοθεραπείας-αποκατάστασης κατά την οποία εξασφαλίζεται κίνηση των κάτω άκρων με τη χρήση ειδικών μηχανημάτων: ~ ~ σε παράλυτους/παραπληγικούς. ~ ~ μετά από αρθροπλαστική γόνατος., ανάδρομη πορεία/κίνηση/τροχιά/φορά βλ. ανάδρομος, αναπνευστικές κινήσεις βλ. αναπνευστικός, ελευθερία/άνεση κινήσεων/κινήσεως βλ. ελευθερία, κεφάλαιο κίνησης βλ. κεφάλαιο, οικουμενική κίνηση βλ. οικουμενικός ● ΦΡ.: εν κινήσει & (προφ.) σε κίνηση: για να δηλωθεί ότι κάποιος ή κάτι κινείται: Το όχημα βρίσκεται/είναι ~ ~. ΑΝΤ. εν στάσει, θέτω/βάζω σε κίνηση 1. βάζω σε λειτουργία: Μηχανισμός που τίθεται/μπαίνει ~ αυτόματα/με ρεύμα/με το πάτημα ενός κουμπιού. 2. (μτφ.) ενεργοποιώ, δραστηριοποιώ: Τέθηκε/μπήκε ~ η διαδικασία/προσπάθεια (επίλυσης του ζητήματος) (: ξεκίνησε, τέθηκε σε ισχύ). Έχουν τεθεί/μπει ~ όλα τα πρωτοκλασάτα στελέχη (: κινητοποιηθεί)., έκανε (κίνηση ρουά) ματ βλ. ματ1, έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων βλ. πρωτοβουλία, κόβω κίνηση βλ. κόβω, σε αργή κίνηση βλ. αργός, σε γρήγορη κίνηση βλ. γρήγορος [< αρχ. κίνησις, γαλλ. mouvement]

κυκλοφορία

κυκλοφορίακυ-κλο-φο-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. μετακίνηση ανθρώπων και οχημάτων: απρόσκοπτη/αυξημένη/διαμπερής/θαλάσσια/οδική/ομαλή ~. Απαγόρευση/αποσυμφόρηση/έλεγχος/περιορισμός/η ροή της ~ας. ~ αεροπλάνων/αυτοκινήτων/πεζών/πλοίων/σκαφών. Άδεια/τέλη ~ας. Εκ περιτροπής ~ (πβ. δακτύλιος). Προβλήματα στην ~. Κατεύθυνση/λωρίδες ~ας. Αποκαταστάθηκε/διεκόπη/παρακωλύεται η ~. Η ~ ρυθμίζεται από τροχονόμο/με φωτεινούς σηματοδότες. Ο δρόμος θα δοθεί στην ~ (: θα επιτραπεί η ~). Πβ. κίνηση. Βλ. κυκλοφοριακό, μποτιλιάρισμα. 2. διάθεση αγαθών, προϊόντων στην αγορά· (συνεκδ. κυρ. στον πληθ.) προϊόν που διατίθεται προς πώληση: Τα τραπεζογραμμάτια ευρώ βρίσκονται σε ~ (= κυκλοφορούν) από την 1η Ιανουαρίου 2002. Αποσύρθηκαν από την ~ ... χιλιάδες πλαστά χαρτονομίσματα. (ΟΙΚΟΝ.) Νομίσματα με νόμιμη ~. Ετήσια/μέση/μηνιαία ~ ενός περιοδικού (: ο αριθμός των τευχών που αγοράστηκαν). Έντυπη/ηλεκτρονική ~ (= έκδοση) ενός βιβλίου. Η επίσημη ~ του ντιβιντί. Το πρώτο σε ~ (= πωλήσεις) μοντέλο αυτοκινήτου. Εφημερίδα ευρείας ~ας.|| Ελληνικές/ξένες/τελευταίες μουσικές ~ες (: σιντί). Νέα/συλλεκτική ~ από τις εκδόσεις ... (: έντυπο, βιβλίο). 3. (κατ' επέκτ.) διάδοση: ελεύθερη ~ της γνώσης/των δεδομένων/ιδεών/πληροφοριών. Βλ. απόκρυψη. 4. ροή, κίνηση υγρών ή αερίων: υπόγεια ~ των υδάτων. Καλή ~ του αέρα (πβ. αερισμός). Βλ. ανα~.|| (ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ.) Αγγειακή/αρτηριακή/φλεβική ~. (στα φυτά) ~ των χυμών. Βλ. μικρο~, -φορία. ● ΣΥΜΠΛ.: ελεύθερη κυκλοφορία: ανεμπόδιστη διακίνηση: ~ ~ εμπορευμάτων/εργαζομένων/κεφαλαίων/προϊόντων/προσώπων/υπηρεσιών. Κάρτα ~ης ~ας., κυκλοφορία της ατμόσφαιρας & ατμοσφαιρική κυκλοφορία: ΜΕΤΕΩΡ. οι κινήσεις μεγάλων αέριων μαζών στην ατμόσφαιρα. Βλ. υψηλό/χαμηλό βαρομετρικό. [< γαλλ. circulation de l'atmosphère] , κυκλοφορία του αίματος & (σπάν.) αιματική κυκλοφορία: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. η συνεχής κίνηση του αίματος από την καρδιά, μέσω των αρτηριών, στα διάφορα όργανα και η επιστροφή του σε αυτήν διαμέσου των φλεβών: μεγάλη ή γενική (: από και προς όλο τον οργανισμό)/μικρή ή πνευμονική (: από και προς τους πνεύμονες) ~ ~. Πβ. κυκλοφορικό σύστημα. Βλ. εμβολή, θρόμβωση, ντόπλερ. [< γαλλ. la circulation du sang/sanguine] , ανάσχεση της κυκλοφορίας βλ. ανάσχεση, αριθμός κυκλοφορίας βλ. αριθμός, ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας βλ. ελεγκτής, εναέρια κυκλοφορία βλ. εναέριος, εξωσωματική κυκλοφορία βλ. εξωσωματικός, κάμερες διαχείρισης (της) κυκλοφορίας βλ. κάμερα, Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας βλ. κώδικας, οδός/δρόμος ταχείας κυκλοφορίας βλ. οδός, παράπλευρη κυκλοφορία βλ. παράπλευρος, πινακίδες κυκλοφορίας βλ. πινακίδα ● ΦΡ.: θέτω σε κυκλοφορία: προωθώ στην αγορά, ξεκινώ να πουλώ: Η εταιρεία έθεσε ~ ~ το νέο μοντέλο. Τα εισιτήρια του αγώνα έχουν ήδη τεθεί ~ ~. [< γαλλ. m ettre en circulation] [< αρχ. κυκλοφορία 'κυκλική κίνηση', γαλλ. circulation]

σφραγίδα

σφραγίδασφρα-γί-δα ουσ. (θηλ.) {σφραγίδ-ων} 1. μικρό αντικείμενο με εγχάρακτα ή ανάγλυφα γράμματα, σύμβολα ή παραστάσεις, που, όταν πιεστεί σε μελάνι, αφήνει το αποτύπωμά του πάνω σε χαρτί, κυρ. για δήλωση της ταυτότητας του χρήστη, της εγκυρότητας ή γνησιότητας εγγράφου· το σχετικό αποτύπωμα: αυτόματη/βασιλική (πβ. βούλα)/μεταλλική/μηχανική/ξύλινη/παραλληλόγραμμη/στρογγυλή/υπηρεσιακή ~. ~ πιστοποίησης. ~-στιλό. ~ της γραμματείας/του δημοσίου/του δήμου/του διευθυντή/του πανεπιστημίου/του συλλόγου/του σχολείου/του ταχυδρομείου (/ταχυδρομική ~)/του τμήματος. Η μεγάλη του κράτους ~.|| Το έγγραφο είναι άκυρο χωρίς ~.|| (ΙΣΤ.-ΑΡΧΑΙΟΛ.) Βυζαντινή/μολύβδινη/πατριαρχική ~. Δαχτυλίδι με ~.|| (ως παραθετικό σύνθ., μτφ.) Επιχείρηση/εταιρεία-~ (: με τυπική μόνο ύπαρξη, βλ. φάντασμα).|| (ΕΚΚΛΗΣ., αντικείμενο με λειτουργικά σύμβολα για τον άρτο της Θείας Ευχαριστίας:) ~ για το πρόσφορο. 2. (μτφ.) στοιχείο που χαρακτηρίζει σε καθοριστικό βαθμό πρόσωπο, πνευματική ή καλλιτεχνική δημιουργία, κατάσταση ή αποτελεί αναγνωρίσιμο και αναμφισβήτητο γνώρισμά του: ανεξίτηλη ~. Η ~ του χρόνου. Τα βιβλία του φέρουν έντονα τη ~ της εποχής τους.|| (σήμα κατατεθέν:) Προϊόν με ~ ... 3. ΕΚΚΛΗΣ. η τελετή ανάληψης εκκλησιαστικού αξιώματος: ~ δωρεάς (του Αγίου Πνεύματος) (: το Άγιο Μύρο). ● Υποκ.: σφραγιδάκι (το): μόνο στη σημ. 1., σφραγιδούλα (η) ● ΦΡ.: βάζω/θέτω τη σφραγίδα (μου) {συνηθέστ. στον αόρ.} (μτφ.): διαδραματίζω αποφασιστικό, καθοριστικό ρόλο· είμαι ο δημιουργός ενός έργου: Έβαλε την προσωπική του ~ στην εκπαίδευση/στην ιστορία/στην τέχνη. Ο σκηνοθέτης έχει βάλει τη ~ του σε πολλές ταινίες., αφήνω το στίγμα/τη σφραγίδα μου (κάπου) βλ. αφήνω [< 1: αρχ. σφραγίς 2: γαλλ. sceau 3: μτγν. ~]

τάπητας

τάπηταςτά-πη-τας ουσ. (αρσ.) {ταπήτ-ων} 1. (λόγ.) μάλλινο ή συνθετικό επικάλυμμα δαπέδου, χαλί: περσικός/χειροποίητος ~. Το πέλος του ~α. Εμπορία ~ων. Εταιρεία καθαρισμού και φύλαξης ~ων (= ταπητοκαθαριστήριο). Βλ. κιλίμι, μοκέτα, ταπέτο.|| (ειδικότ., είδος υφαντού ή κεντήματος για τον τοίχο:) Φλαμανδικοί ~ες. Πβ. γκομπλέν, ταπισερί. 2. (λόγ.) οτιδήποτε καλύπτει μια οριζόντια επιφάνεια, όπως το χαλί: αντικραδασμικός/αντιολισθητικός/ασφαλτικός ~. Ελαστικός/συνθετικός ~ σταδίου/στίβου (βλ. ταρτάν). Επίστρωση ~α. Στρώθηκε ο ~/ξήλωσαν τον ~α στο γήπεδο (βλ. χλοο~, χορτο~).|| Δασικός/φυσικός ~ (: χαμηλή βλάστηση· βλ. γκαζόν, γρασίδι, χορτάρι). 3. ΜΗΧΑΝ. μεταφορική ταινία, ιμάντας περιστροφής: κυλιόμενος ~. ~ες γυμναστικής (βλ. διάδρομος). ● ΦΡ.: θέτω επί τάπητος (λόγ.): φέρνω ένα θέμα προς συζήτηση με στόχο την άμεση επίλυσή του: Οι συνδικαλιστές έθεσαν ~ ~ την ανάγκη εκσυγχρονισμού των εργασιακών σχέσεων.|| Οι ευρωπαϊκές εξελίξεις (τέθηκαν) ~ ~. Πβ. στο τραπέζι. [< γαλλ. (mettre) sur le tapis] [< αρχ. τάπης, γαλλ. tapis]

τίθεμαι

τίθεμαιτί-θε-μαι ρ. (αμτβ.) {μεσοπαθ. ενεστ. του ρ. θέτω· τίθ-εσαι, -εται, -έμεθα, -εσθε, -ενται, παρατ. ετίθ-ετο, -εντο | τέθηκε (λόγ.) ετέθη, τεθεί, τιθέ-μενος, τεθείς, τεθείσα, τεθέν} (επίσ.): τοποθετούμαι· εύχρηστο ιδ. σε φρ.: ~εται σε αργία/σε διαθεσιμότητα/σε ισχύ/σε κίνδυνο/σε κίνηση/σε λειτουργία. Τέθηκε στη διάθεση του .../στο περιθώριο. ~εται επί ποδός (= κινητοποιείται)/προ των ευθυνών του/υπέρ ή κατά μιας θέσης (= τάσσεται). ~εται υπό αίρεση/αμφισβήτηση/απαγόρευση/διαπραγμάτευση/διωγμό/έγκριση/επιτήρηση/κράτηση/παρακολούθηση. Τέθηκε υπό την αιγίδα/την κηδεμονία/την κρίση του ... (πβ. τελώ). Τέθηκε εκτός μάχης/νόμου/ομάδας. Σε δημόσια διαβούλευση ~εται το πολυνομοσχέδιο. Με την τελευταία ρύθμιση, ~ενται οι βάσεις/τα θεμέλια για ... Σε εφαρμογή ~ενται από αύριο τα νέα μέτρα για ... Τέθηκε (= μπήκε, τον έβαλαν) επικεφαλής του ψηφοδελτίου. Στη συνεδρίαση τέθηκε επί τάπητος/υπό συζήτηση και το θέμα της ... Στο αρχείο ετέθη η υπόθεση του ... Η πυρκαγιά τέθηκε υπό έλεγχο. Τα θύματα τέθηκαν σε καθεστώς επικουρικής προστασίας. ~μενοι: στόχοι. Συχνά ~μενες ερωτήσεις (Βλ. FAQ). Τεθείσες προϋποθέσεις. Τεθέντα θέματα. ● ΦΡ.: δεν είναι/δεν υπάρχει/δεν τίθεται/δεν υφίσταται/δεν γεννάται/δεν μπαίνει θέμα/ζήτημα βλ. θέμα, δεν υπάρχει/δεν γίνεται/δεν χωράει (καμία) σύγκριση βλ. σύγκριση ● βλ. θέτω [< αρχ. τίθεμαι]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.