Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • θίνα θί-να ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΓΕΩΛ. λοφίσκος που σχηματίζεται με τη μεταφορά κόκκων άμμου από τον άνεμο: γκρίζες/λευκές/κινούμενες/σταθερές ~ες. Πβ. αμμο~, αμμόλοφος. ● ΦΡ.: παρά θίν' αλός (αρχαιοπρ.): στην παραλία, παραθαλάσσια. [< αρχ. θίς]