Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • θαλαμηγός θα-λα-μη-γός ουσ. (θηλ.): πολυτελές σκάφος αναψυχής: ιδιωτική/μηχανοκίνητη ~. Ενοικιάζεται ~ με πλήρωμα. Κρουαζιέρα με ~ό.|| (σπάν. ως επίθ.) ~ό: πλοίο. Πβ. γιοτ, κότερο. [< μτγν. θαλαμηγός ‘πλοίο με καμπίνες’, αγγλ. yacht]