Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • θαλασσοπούλι θα-λασ-σο-πού-λι ουσ. (ουδ.): κοινή ονομασία πουλιών που ζουν κοντά στη θάλασσα: βιότοπος για ~ια (= θαλάσσια πτηνά). Βλ. γλάρος, θαλασσοκόρακας, -πούλι.

γλάρος

γλάροςγλά-ρος ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. πτηνό (οικογ. Laridae) που ζει σε παράκτιες περιοχές, με φτέρωμα λευκό και στη ράχη γκρίζο ή μαύρο, μακριές φτερούγες, χοντρό και ελαφρά κυρτό ράμφος και δάχτυλα ενωμένα με νηκτική μεμβράνη: το κρώξιμο των ~ων. Βλ. γλαρόνι. ΣΥΝ. γλαροπούλι ● Υποκ.: γλαράκι (το) ● ΦΡ.: σαν γλάρος: λαίμαργα: Καταπίνει/τρώει ~ ~., μη φας, έχουμε γλάρο/γλαρόσουπα βλ. γλαρόσουπα [< μεσν. γλάρος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.