Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • θαλασσοπούλι θα-λασ-σο-πού-λι ουσ. (ουδ.): κοινή ονομασία πουλιών που ζουν κοντά στη θάλασσα: βιότοπος για ~ια (= θαλάσσια πτηνά). Βλ. γλάρος, θαλασσοκόρακας, -πούλι.

γλάρος

γλάροςγλά-ρος ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. πτηνό (οικογ. Laridae) που ζει σε παράκτιες περιοχές, με φτέρωμα λευκό και στη ράχη γκρίζο ή μαύρο, μακριές φτερούγες, χοντρό και ελαφρά κυρτό ράμφος και δάχτυλα ενωμένα με νηκτική μεμβράνη: το κρώξιμο των ~ων. Βλ. γλαρόνι. ΣΥΝ. γλαροπούλι ● Υποκ.: γλαράκι (το) ● ΦΡ.: σαν γλάρος: λαίμαργα: Καταπίνει/τρώει ~ ~., μη φας, έχουμε γλάρο/γλαρόσουπα βλ. γλαρόσουπα [< μεσν. γλάρος]