θεολογία θε-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Θ) ΘΕΟΛ. 1. επιστήμη που μελετά τη φύση του Θεού και τις ιδιότητες που Του αποδίδονται, τη σχέση Του με τον άνθρωπο και το Σύμπαν, θέματα θρησκευτικής πίστης, πρακτικής και εμπειρίας, ιδ. της χριστιανικής, καθώς και την ιστορία και το περιεχόμενο των θρησκειών· συνεκδ. η αντίστοιχη πανεπιστημιακή σχολή ή οι σχετικές σπουδές: βιβλική/δογματική/ερμηνευτική/ηθική/ιστορική/κοινωνική/λειτουργική/ορθόδοξη/πατερική (βλ. πατρολογία)/πρακτική/συμβολική ~. ~ της Παλαιάς/Καινής Διαθήκης. Φυσική ~ (: στηρίζεται στην ανθρώπινη λογική)/εκκλησιαστική ~ (: βασίζεται στη θεία αποκάλυψη). Βλ. αγιο-, εκκλησιο-, θρησκειο-λογία, ποιμαντική.|| Σπούδασε συγκριτική ~. Βλ. -λογία.2. το σύνολο των θεωριών ή αντιλήψεων κυρ. προσώπου ή σχολής για τον Θεό: ορφική/σχολαστική/φεμινιστική ~. Η ~ του Ομήρου/του Πλάτωνα/των Προσωκρατικών φιλοσόφων. ● ΣΥΜΠΛ.: καταφατική θεολογία βλ. καταφατικός, νηπτική θεολογία βλ. νηπτικός [< αρχ. θεολογία ‘επιστήμη των θείων πραγμάτων’, γαλλ. théologie, γερμ. Theologie, αγγλ. theology]
αγιο- & αγιό-
αγιο- & αγιό-& αγι-: α' συνθετικό ουσιαστικών και επιθέτων με αναφορά σε Άγιο ή γενικότ. στην Εκκλησία: αγιο-βασιλόπιτα/~γραφία/~δημητριάτικος. Αγιό-νερο. Αγι-ωνύμιο.
καταφατικός
καταφατικός, ή, ό κα-τα-φα-τι-κός επίθ.: που εκφράζει κατάφαση: ~ή: απάντηση. ~ό: νεύμα. Πβ. βεβαιωτ-, συναινετ-ικός.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ή: πρόταση (: χωρίς άρνηση ή ερωτηματικό).|| (σπάν. για πρόσ.) Είμαι ~ απέναντι σε ... (= το αποδέχομαι, συμφωνώ). Πβ. θετικός. ΑΝΤ. αποφατικός (1), αρνητικός (2) ● επίρρ.: καταφατικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: καταφατική θεολογία (κ. με κεφαλ. τα αρχικά Κ, Θ): ΘΕΟΛ. θεωρία που δέχεται την προσιτή και καταληπτή όψη του Θεού: αποφατική και ~ ~. [< αρχ. καταφατικός ‘διαβεβαιωτικός, εμφατικός’]
-λογία
-λογίαεπίθημα θηλυκών ουσιαστικών που αναφέρεται σε 1. επιστημονικό κλάδο ή τομέα: βιο~/γλωσσο~/επιστημο~/θεο~/κοινωνιο~/ορυκτο~/παθο~/πετρο~/φιλο~/ψυχο~. Βλ. -ικός.2. λόγο, λόγια: ακριβο~/αντι~/απο~/δικαιο~/ηθικο~.|| (αρνητ. συνυποδ.) Αερο~/εκλογο~/καταστροφο~/κενο~/πολυ~. Αισχρο~ (βλ. -λόγος)/δαιμονο~/κινδυνο~.|| (ομιλία) Δευτερο~.3. σύνολο συγκεντρωμένων στοιχείων, αρχών, κανόνων: (περιληπτ.) θεματο~ (πβ. -γραφία). Νομο~.|| (συλλογή) Aνθο~ (βλ. -λόγιο).|| Δεοντο~/μεθοδο~.4. προσδιορισμό, καθορισμό ή στο αποτέλεσμά τους: βαθμο~ (πβ. βαθμολόγηση)/δοσο~/χρονο~. Βλ. -λογώ.
νηπτικός
νηπτικός, ή, ό νη-πτι-κός επίθ.: ΘΕΟΛ. που σχετίζεται με τη νήψη ή τη νηπτική θεολογία: ~ή: διδασκαλία/ζωή/θεωρία/παράδοση. ~ά: κείμενα. Οι ~οί Πατέρες της Εκκλησίας. Βλ. ασκητ-, ησυχαστ-ικός. ● ΣΥΜΠΛ.: νηπτική θεολογία (κ. με κεφαλ. Ν, Θ): μέθοδος της ορθόδοξης Εκκλησίας, σύμφωνα με την οποία η γνώση του Θεού επιτυγχάνεται μέσω της νήψης και της ησυχίας, που θα οδηγήσουν στην κάθαρση της καρδιάς από τα πάθη. Βλ. ησυχασμός, μυστικισμός. [< μτγν. νηπτικός ‘νηφάλιος’]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.