Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • θερμαίνω θερ-μαί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {θέρμ-ανα, -άνω, -άνθηκε, θερμαιν-όμενος, θερμ-ασμένος, θερμαίν-οντας} ΑΝΤ. ψυχραίνω 1. αυξάνω τη θερμοκρασία, ζεσταίνω· εκπέμπω θερμότητα: Ο θερμοσίφωνας ~ανε το νερό. ~οντας το σπίτι. Το κλιματιστικό δεν ~ει καλά. ~όμενος: σωλήνας/χώρος. Βλ. προ~, υπερ~. ΑΝΤ. κρυώνω (2), ψύχω 2. (μτφ.) αναζωογονώ, τονώνω ή εμψυχώνω: Οι επενδύσεις ~αναν την αγορά. ΑΝΤ. απο~.|| Η ελπίδα ~ανε τις καρδιές/την πίστη όλων. Πβ. αναπτερώνω, εγκαρδιώνω, ενδυναμώνω, ενθαρρύνω. 3. (μτφ.) κάνω κάτι πιο οικείο, φιλικό, ζεστό: Η παρουσία του ~ανε την ατμόσφαιρα. Προσπαθεί να ~άνει τη σχέση με την πρώην του. Πβ. ανα~. [< 1,3: αρχ. θερμαίνω 2: γαλλ. chauffer]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.