Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • θετός , ή, ό θε-τός επίθ. 1. που έχει υιοθετήσει ή συνηθέστ. έχει υιοθετηθεί: ~ός: πατέρας. ~ή: μητέρα/οικογένεια. ~οί: γονείς. Βλ. ανάδοχος.|| ~ός: γιος. ~ή: κόρη. ~ό: παιδί (πβ. ψυχοπαίδι)/τέκνο. Πβ. υιοθετημένος. Βλ. έκθετο. ΑΝΤ. βιολογικός (4), φυσικός (6) 2. ΝΟΜ. που έχει θεσπιστεί, καθιερωθεί: ~ός: κανόνας/νόμος. ~ό: δίκαιο. [< αρχ. θετός ‘τοποθετημένος, υιοθετημένος’]

ανάδοχος

ανάδοχος, ος/η, ο [ἀνάδοχος] α-νά-δο-χος επίθ./ουσ. {ως ουσ. αναδόχ-ου | -ων} (επίσ.) 1. στον οποίο έχει ανατεθεί μια ευθύνη, κυρ. η μελέτη και υλοποίηση ενός έργου: ~ος: εργολάβος/φορέας. ~η: εταιρεία/κοινοπραξία. ~ο: σχήμα. Πβ. εργοληπτικός.|| (ως ουσ.) Κύριος ~. ~ μελέτης. Έκπτωση ~ου (: απώλεια του αντίστοιχου δικαιώματος). Προκήρυξη διαγωνισμού για την ανάδειξη/επιλογή ~ου. (ΟΙΚΟΝ.) ~ έκδοσης (: τράπεζα ή χρηματοπιστωτικό ίδρυμα που αναλαμβάνει τη διάθεση μετοχών Ανώνυμης Εταιρείας στο επενδυτικό κοινό). Βλ. αναθέτων. 2. ΝΟΜ. που έχει αναλάβει την αναδοχή παιδιού: ~η: οικογένεια (βλ. φυσική οικογένεια). ~οι: γονείς.|| (ως ουσ.) ~οι ορφανών. ● Ουσ.: ανάδοχος (ο/η): νονός. ● ΣΥΜΠΛ.: δανεική/παρένθετη/ανάδοχη μήτρα βλ. μήτρα [< μτγν. ἀνάδοχος 1: γερμ. Übernehmer 2: αγγλ. fosterer]