Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • θηλάζω θη-λά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {θήλασα, μτχ. θηλάζ-ουσα} 1. (για γυναίκα ή θηλυκό θηλαστικό) δίνω τον μαστό μου σε βρέφος, για να πιει γάλα και κατ' επέκτ. διανύω την περίοδο του θηλασμού: ~ει το μωρό της. Η γάτα ~ει τα μικρά της. ~ουσες μητέρες. 2. (για βρέφη και νεογνά θηλαστικά) ρουφώ γάλα από τη θηλή του μαστού: Στην αρχή το παιδί ~ει κάθε τρεις ώρες. Πβ. βυζαίνω. [< αρχ. θηλάζω]