Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • θησαυρός<sup>1</sup> θη-σαυ-ρός ουσ. (αρσ.) 1. (συνήθ. παλαιότ. κ. σε παραμύθια) σύνολο πολύτιμων αντικειμένων, συνήθ. νομίσματα, κοσμήματα, που φυλάσσονται ώστε να μη βρεθούν: ~ αμύθητης αξίας. Ο ~ των πειρατών. Το σεντούκι/ο χάρτης του ~ού. ~ από χρυσές λίρες.|| (κατ' επέκτ.) Ο δημόσιος ~ (: το δημόσιο χρήμα). Βλ. περιουσία. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (κατ' επέκτ.) αντικείμενα ή έργα μεγάλης ιστορικής και καλλιτεχνικής αξίας, τα οποία συνήθ. εκτίθενται ή φυλάσσονται σε ειδικό χώρο: αρχαιολογικοί/αυτοκρατορικοί/βυζαντινοί ~οί. Οι εθνικοί ~οί. Οι ~οί του Αγίου Όρους/της Βεργίνας/μιας Μονής. Μουσείο με ανεκτίμητους ~ούς από την εποχή των ... Πβ. κειμήλιο. 3. (μτφ.) συλλογή ή αγαθό μεγάλης σημασίας, πλούτος: ο γλωσσικός/λαογραφικός ~ ενός τόπου. Οι φυσικοί ~οί της χώρας μας. Οι ~οί της Γης (: τα ορυκτά)/της θάλασσας.|| ~ σοφίας. Το βιβλίο είναι ένας ανεξάντλητος/αστείρευτος/μοναδικός ~ γνώσεων. Πβ. αμητός, πηγή. 4. (μτφ.) πρόσωπο που έχει προσφέρει βοήθεια σε κάποιον ή έχει πολλά ψυχικά χαρίσματα: Είσαι (αληθινός/πραγματικός/σκέτος/σωστός) ~!|| Δεν ήξερε τι ~ό είχε/κρατούσε στα χέρια του.|| (οικ., ως προσφών.) ~έ μου (= αγάπη μου, χρυσέ μου)! 5. ΑΡΧ. (στην αρχαία Ελλάδα) κτίσμα στον χώρο τεμένους στο οποίο φυλάσσονταν τρόπαια και αναθήματα αφιερωμένα στον ναό. ● ΣΥΜΠΛ.: κυνήγι θησαυρού & το κυνήγι του κρυμμένου/χαμένου θησαυρού: παιχνίδι, συχνά αποκριάτικο, στο οποίο νικήτρια αναδεικνύεται η ομάδα που θα καταφέρει να βρει πρώτη το αντικείμενο της αναζήτησης, λύνοντας τους γρίφους που οδηγούν σε αυτό. Βλ. καρναβάλι. ● ΦΡ.: άνθρακες/(άνθρακας) ο θησαυρός βλ. άνθρακας [< αρχ. θησαυρός]
  • θησαυρός<sup>2</sup> θη-σαυ-ρός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΛ. Λεπτομερές ή εννοιολογικό λεξικό μιας γλώσσας: ~ της ελληνικής/λατινικής.|| ~ αντιθέτων/συνωνύμων. [< γαλλ. thésaurus, 1904, αγγλ. thesaurus]

άνθρακας

άνθρακας[ἄνθρακας] άν-θρα-κας ουσ. (αρσ.) {-α (λόγ.) -ος} 1. ΧΗΜ. αμέταλλο στοιχείο (σύμβ. C, Ζ 6), ευρέως διαδεδομένο στη φύση, το οποίο υπάρχει σε αλλοτροπική μορφή ως διαμάντι και γραφίτης και έχει την ικανότητα να σχηματίζει μεγάλη ποικιλία οργανικών ενώσεων· κάρβουνο: οργανικός ~ (: που προέρχεται από ζώο ή φυτό, βλ. γλυκίδια, λιπίδια, υδατάνθρακες). Λευκός ~ (: το νερό ως πηγή ενέργειας). Κρυσταλλικός ~. Χημεία του ~α (= η οργανική). Ομάδα του ~α. Ο κύκλος του ~α. Άτομο/ισότοπο/μόριο ~α. Κοιτάσματα ορυκτών ~άκων.|| Όταν ένα κομμάτι ~α καίγεται, απομένει η στάχτη. || υπ(ερ)οξείδιο του ~. Βλ. γαι~, λιθ~, ξυλ~, οπτ~, τετραχλωρ~, υδατ~, υδρογον~, φθορ~, χλωροφθορ~, φουλερένιο. 2. ΙΑΤΡ. μολυσματική ασθένεια, συνήθ. δερματική, που προκαλείται από το βακτηρίδιο του άνθρακα (επιστ. ονομασ. Bacillus anthracis) και μεταδίδεται στον άνθρωπο από τα ζώα· επικίνδυνο βιολογικό όπλο σε μορφή σπόρων βακίλου: γαστρεντερικός/δερματικός/πνευμονικός ~. Βλ. ψευδ~.|| Επίθεση/μόλυνση με ~α. 3. ΓΕΩΠ. ασθένεια που προκαλείται από μύκητες και προσβάλλει τα αγγειόσπερμα φυτά. ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργός άνθρακας & ενεργοποιημένος άνθρακας: ΧΗΜ. είδος άνθρακα σε μορφή σκόνης ή κόκκων με ποικίλες εφαρμογές, συνήθ. για καθαρισμό υδάτων ή ως αντίδοτο σε ορισμένες δηλητηριάσεις: φίλτρα ~ού ~α. [< αγγλ. activated carbon, 1921] , μονοξείδιο του άνθρακα: ΧΗΜ. άχρωμο, άοσμο και πολύ τοξικό αέριο (CO), που παράγεται από την ατελή καύση οποιουδήποτε υλικού το οποίο περιέχει άνθρακα (ιδ. βενζίνης, κάρβουνου, φυσικού αερίου, πετρελαίου, πλαστικού)., φυτικός άνθρακας: ΧΗΜ. χρωστική ουσία που παράγεται από την καύση ξύλων και διάφορων καρπών. Βλ. ζωικός άνθρακας., διοξείδιο του άνθρακα βλ. διοξείδιο, ζωικός άνθρακας βλ. ζωικός1, τόνος ισοδύναμου άνθρακα (ΤΙΑ) βλ. τόνος2 ● ΦΡ.: άνθρακες/(άνθρακας) ο θησαυρός (μτφ.): για διάψευση (μεγάλων) ελπίδων. Πβ. μάπα το καρπούζι., χρονολόγηση με άνθρακα-14: χημική ανάλυση για τον προσδιορισμό της ηλικίας οργανικών υλικών ή αρχαίων αντικειμένων, που βασίζεται στην περιεκτικότητά τους στο ραδιενεργό ισότοπο του άνθρακα. Βλ. ραδιοχρονολόγηση. [< αγγλ. carbon dating/date, 1951] [< 1: μεσν. άνθρακας < αρχ. ἄνθραξ, γαλλ. carbone, αγγλ. carbon 2,3: γαλλ. charbon, αγγλ. anthrax]

καρναβάλι

καρναβάλικαρ-να-βά-λι ουσ. (ουδ.) {καρναβαλ-ιού}: ετήσια γιορτή της Αποκριάς αμέσως πριν από τη μεγάλη Σαρακοστή, με φαγητό και ποτό, μουσική, χορό και παρελάσεις μεταμφιεσμένων και αρμάτων στους δρόμους· συνεκδ. η αντίστοιχη εορταστική περίοδος, διάρκειας τριών εβδομάδων: βραζιλιάνικο/παιδικό/παραδοσιακό/πατρινό/τρελό ~. Η ατµόσφαιρα του ~ιού. Η πόλη ζει στους ρυθμούς του ~ιού. Βλ. μασκαράτα.|| Πρόγραμμα εκδηλώσεων κατά τη διάρκεια του ~ιού. Πβ. τριώδιο.|| (στον πληθ.) Οι δρόμοι είναι γεμάτοι ~ια (= μασκαράδες).|| (μτφ.-μειωτ.) Η βιτρίνα του μαγαζιού είναι σκέτο ~ (= γελοία, κακόγουστη). Πβ. τσίρκο. [< ιταλ. carnevale]

περιουσία

περιουσίαπε-ρι-ου-σί-α ουσ. (θηλ.) {περιουσι-ών} 1. το σύνολο των υλικών αγαθών (χρήματα, κινητά και ακίνητα) που βρίσκονται στην ιδιοκτησία φυσικού ή νομικού προσώπου: κτηματική/χρηματική ~. Δημοτική/εκκλησιαστική/εταιρική/ιδιωτική/οικογενειακή/πατρική/σχολική ~. ~ του Κράτους (= δημόσια/κρατική ~). Κάτοχος μεγάλης ~ας. Οι διαχειριστές/διεκδικητές/καταπατητές/καταχραστές της ~ας (κάποιου). Απαλλοτρίωση/δήμευση ~ών. Η ~ του ανέρχεται/εκτιμάται σε πολλά εκατομμύρια. Η ~ του ιδρύματος προέρχεται από δωρεές. Απέκτησε/διαθέτει/κληρονόμησε/τους άφησε αμύθητη/τεράστια ~. Αύξησε/έχασε την ~ του (πβ. βιος, πλούτος, υπάρχοντα). Το κτίριο ανήκει στην ~ του Δήμου. 2. (μτφ.) ό,τι πολύτιμο, ανεκτίμητο διαθέτει κάποιος: Το καλό του όνομα είναι η ~ του. Το άρθρο αποτελεί πνευματική ~ του συγγραφέα (πβ. πνευματική ιδιοκτησία). ● ΣΥΜΠΛ.: ακίνητη περιουσία βλ. ακίνητος, κινητή περιουσία βλ. κινητός, φθορά ξένης περιουσίας/ιδιοκτησίας βλ. φθορά, φόρος περιουσίας βλ. φόρος ● ΦΡ.: εκ περιουσίας (λόγ.): από όσα ήδη γνωρίζει κάποιος, χωρίς προετοιμασία: ~ ~ (ή εκ μελέτης) απαντήσεις/γνώση., μια (ολόκληρη) περιουσία (επιτατ.): πολύ ακριβά, πολλά χρήματα: Το σπίτι τής κόστισε/στοίχισε ~ ~. Έδωσε/ξόδεψε ~ ~. [< αρχ. περιουσία ‘υπεροχή, αφθονία, πλούτη’]