Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • θορυβώ [θορυβῶ] θο-ρυ-βώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {θορυβ-είς ... -ώντας | -ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, ημένος} (λόγ.) 1. (μτφ.) προκαλώ αναστάτωση, ανησυχία: Η κατάσταση του ασθενούς ~ησε τους γιατρούς. ~ήθηκε από τα αποτελέσματα. Πβ. αναστατώνω, ανησυχώ, κατα~, ταράζω. ΑΝΤ. καθησυχάζω 2. κάνω θόρυβο, φασαρία: Τον έβγαλε έξω από την αίθουσα, γιατί ~ούσε. ΑΝΤ. ησυχάζω (2) 3. (μτφ.-μειωτ.) προβάλλω ιδιαίτερα το άτομό μου ή το έργο μου, με σκοπό να προσελκύσω την προσοχή κάποιου. [< 2: αρχ. θορυβῶ]
  • θορυβώδης , ης, ες θο-ρυ-βώ-δης επίθ. {θορυβώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.) 1. που δημιουργεί θόρυβο ή βαβούρα· στον οποίο επικρατεί φασαρία: ~ης: κινητήρας. ~ης: εξάτμιση. ΑΝΤ. αθόρυβος.|| ~ης: παρέα. ~ες: πλήθος.|| ~ης: δρόμος. ~ης: πόλη/συζήτηση/συνεδρίαση. Πβ. βουερός, ηχηρός, πολύβουος, πολυθόρυβος. ΑΝΤ. ήσυχος (1) 2. (μτφ.) που προκαλεί έντονες συζητήσεις, φημολογίες: ~ης: απουσία/απόφαση/εμφάνιση/παρουσία/υπόθεση. Βλ. -ώδης. ● επίρρ.: θορυβωδώς [-ῶς] [< 1: αρχ. θορυβώδης]

-ώδης

-ώδης, ης, ες (λόγ.) επίθημα επιθέτων που δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο 1. χαρακτηρίζεται ή αποτελείται, συνήθ. σε μεγάλο βαθμό, από αυτό που δηλώνει το επίθετο: αιματ~/θορυβ~/θυελλ~/σαρκ~.|| Δενδρ~/ελ~/θαμν~. 2. (μειωτ.) έχει την ιδιότητα που εκφράζει το πρώτο μέρος της λέξης: νηπι~/παιδαρι~. 3. αναδίδει μυρωδιά: δυσ~/ευ~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.