θορυβώ [θορυβῶ] θο-ρυ-βώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {θορυβ-είς ... -ώντας | -ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, ημένος} (λόγ.) 1. (μτφ.) προκαλώ αναστάτωση, ανησυχία: Η κατάσταση του ασθενούς ~ησε τους γιατρούς. ~ήθηκε από τα αποτελέσματα. Πβ. αναστατώνω, ανησυχώ, κατα~, ταράζω. ΑΝΤ. καθησυχάζω 2. κάνω θόρυβο, φασαρία: Τον έβγαλε έξω από την αίθουσα, γιατί ~ούσε. ΑΝΤ. ησυχάζω (2) 3. (μτφ.-μειωτ.) προβάλλω ιδιαίτερα το άτομό μου ή το έργο μου, με σκοπό να προσελκύσω την προσοχή κάποιου. [< 2: αρχ. θορυβῶ]
-ώδης, ης, ες (λόγ.) επίθημα επιθέτων που δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο 1. χαρακτηρίζεται ή αποτελείται, συνήθ. σε μεγάλο βαθμό, από αυτό που δηλώνει το επίθετο: αιματ~/θορυβ~/θυελλ~/σαρκ~.|| Δενδρ~/ελ~/θαμν~.2. (μειωτ.) έχει την ιδιότητα που εκφράζει το πρώτο μέρος της λέξης: νηπι~/παιδαρι~.3. αναδίδει μυρωδιά: δυσ~/ευ~.
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.