Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • θράψαλο θρά-ψα-λο ουσ. (ουδ.): ΖΩΟΛ. κεφαλόποδο (επιστ. ονομασ. Todarodes sagittatus) που μοιάζει με καλαμάρι, είναι όμως κατώτερης ποιότητας: ~α σε ροδέλες/γεμιστά με ρύζι. [< θρύψαλο]