Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • θρομβοεμβολή θρομ-βο-εμ-βο-λή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. απόφραξη αιμοφόρου αγγείου από θρόμβο: πνευμονική/φλεβική ~. Βλ. θρόμβωση. [< αγγλ. thromboembolism, γαλλ. thromboembolie]

θρόμβωση

θρόμβωσηθρόμ-βω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. δημιουργία θρόμβων σε αιμοφόρα αγγεία, οι οποίοι παρεμποδίζουν την κυκλοφορία του αίματος: αρτηριακή/εγκεφαλική/φλεβική ~. ~ στεφανιαίας. Πβ. κροκίδωση. [< μτγν. θρόμβωσις, γαλλ. thrombose, αγγλ. thrombosis]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.