Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • ιγνύα [ἰγνύα] ι-γνύ-α ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) ιγνύς: ΑΝΑΤ. κοιλότητα με σχήμα ρόμβου στο πίσω μέρος της άρθρωσης του γονάτου, ιγνυακός βόθρος. Βλ. ταρσός. [< αρχ. ἰγνύς]
  • ιγνυακός , ή, ό [ἰγνυακός] ι-γνυ-α-κός επίθ.: ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με την ιγνύα: ~ός: βόθρος (= ιγνύα)/τένοντας. ~ή: αρτηρία/χώρα. ~ά: αγγεία.

ταρσός

ταρσόςταρ-σός ουσ. (αρσ.) ΑΝΑΤ. 1. ο σκελετός του πίσω άκρου ποδιού, που αποτελείται από επτά μικρά οστά σε τρεις σειρές: άνω (ανώτερος)/κάτω ~. Εξάρθρωση/κάταγμα στον ~ό. Βλ. αστράγαλος, κνήμη, μετατάρσιο, φτέρνα. 2. το ινώδες πέταλο των βλεφάρων: φλεγμονή του ~ού. Βλ. επιπεφυκώς. [< αρχ. ταρσός, γαλλ. tarse]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.