Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ιδιότητα [ἰδιότητα] ι-δι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {ιδιοτήτων} 1. χαρακτηριστικό γνώρισμα: βασική/έμφυτη ~. Φάρμακο που έχει την ~ να καταπραΰνει τους πόνους. Αρνητικές/θετικές/ρυθμιστικές ~ες. Αντιοξειδωτικές/θεραπευτικές/φυσικές/χημικές ~ες. Οι ~ες των (αέριων/στερεών/υγρών) σωμάτων/του φωτός. Μηχανικές ~ες των υλικών. Πβ. ίδιο(ν). Βλ. ιδιαιτερότητα, -ότητα. 2. (για πρόσ.) θέση, επάγγελμα ή αξίωμα: βουλευτική/επίσημη/κομματική/υπηρεσιακή ~. ~ μέλους. Η ~ του πολίτη. Με/υπό την ~ του ... Με συγκεκριμένη ~. Η διπλή ~ά του, ως πολιτικού και δικηγόρου. [< 1: αρχ. ἰδιότης ‘ιδιομορφία’]

ιδιαιτερότητα

ιδιαιτερότητα[ἰδιαιτερότητα] ι-δι-αι-τε-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): το σύνολο των ιδιαίτερων, ξεχωριστών χαρακτηριστικών που παρουσιάζει κάποιος ή κάτι: γλωσσική/πολιτιστική ~. Η ~ του επαγγέλματος (π.χ. του πιλότου)/της περίπτωσης. Η γεωγραφική ~ μιας χώρας. Η ~ του μαθήματος έγκειται στο ότι ... Παράταση λόγω της ~ας του έργου. Μαθησιακές ~ες. Άτομα με ~ες (= με ειδικές ανάγκες). Πβ. ιδιο-μορφία, -τυπία. Βλ. απόκλιση, διαφορετικ-, εκκεντρικ-, μοναδικ-ότητα. [< γαλλ. particularité]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.