Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • ιεροδίκης [ἱεροδίκης] ι-ε-ρο-δί-κης ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. μουσουλμάνος ιερωμένος που εκτελεί χρέη δικαστή σε ιεροδικείο. Πβ. καδής. Βλ. -δίκης, μουφτής.

-δίκης

-δίκης{-δίκη (λόγ.) -δίκου | -δικών} (λόγ.): επίθημα αρσενικών και θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει κυρ. δικαστή: αερο~/ειρηνο~/ιερο~/πλημμελειο~/πρωτο~/πταισματο~/στρατο~.|| Αγωνο~. Χασο~.