Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ιεροδικείο [ἱεροδικεῖο] ι-ε-ρο-δι-κεί-ο ουσ. (ουδ.): ΘΡΗΣΚ. μουσουλμανικό δικαστήριο που δικάζει σύμφωνα με τους ιερούς νόμους του Ισλάμ. Βλ. -δικείο.

-δικείο

-δικείο: λεξικό επίθημα παραγωγής ουδέτερων ουσιαστικών που δηλώνει δικαστήριο: ειρηνο~/εμπορο~/εργατο~/ιερο~/κακουργ(ι)ο~/πλημμελειο~/πρωτο~/πταισματο~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.