Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ινσουλινοεξαρτώμενος , η, ο [ἰνσουλινοεξαρτώμενος] ιν-σου-λι-νο-ε-ξαρ-τώ-με-νος επίθ.: ΙΑΤΡ. συνήθ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1 βλ. διαβήτης2, σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 βλ. διαβήτης2 [< αγγλ. insulin-dependent, 1961, γαλλ. insulinodépendant, 1974]

διαβήτης2

διαβήτης2δι-α-βή-της ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: σακχαρώδης διαβήτης & διαβήτης & (προφ.) ζαχαρώδης διαβήτης: χρόνια διαταραχή του μεταβολισμού των υδατανθράκων λόγω ανεπαρκούς δράσης της ινσουλίνης του παγκρέατος, με αποτέλεσμα την αύξηση του ποσοστού του σακχάρου στο αίμα και στα ούρα: νεανικός/παιδικός ~ ~. ~ ~ των ενηλίκων. Ρύθμιση του ~ους ~η. Πβ. ζάχαρο. Βλ. δυσλιπιδαιμία, μεταβολικό σύνδρομο. ΣΥΝ. σακχαροδιαβήτης, σακχαρώδης διαβήτης (της) κύησης/εγκυμοσύνης & διαβήτης (της) κύησης/εγκυμοσύνης: που αναπτύσσεται στη διάρκεια της κύησης, λόγω μεγάλων ποσοστών σακχάρου στο αίμα της εγκύου, κυρ. σε γυναίκες παχύσαρκες, μεγάλες σε ηλικία ή με ιστορικό διαβήτη στην οικογένειά τους., σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1 & (παλαιότ.) ινσουλινοεξαρτώμενος σακχαρώδης διαβήτης: αυτός που προκαλείται από αυτοαντισώματα του οργανισμού, τα οποία καταστρέφουν τα κύτταρα του παγκρέατος που παράγουν ινσουλίνη: Ο ~ ~ είναι πιο συχνός σε παιδιά και νέους., σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 & (παλαιότ.) μη ινσουλινοεξαρτώμενος σακχαρώδης διαβήτης: αυτός που οφείλεται στην παραγωγή υπερβολικής ινσουλίνης στο πάγκρεας και εμφανίζεται κυρ. σε άτομα μέσης και τρίτης ηλικίας., άποιος διαβήτης βλ. άποιος [< μτγν. διαβήτης, αγγλ. diabetes, γαλλ. diabète (sucré)]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.