Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ισιώνω [ἰσιώνω] ι-σιώ-νω ρ. (μτβ.) {ίσιω-σα, ισιώ-θηκε, -μένος, ισιών-οντας} & (σπάν.-προφ.) ισώνω 1. κάνω κάτι ίσιο ή το επαναφέρω σε ίσια θέση: ~σα το καρφί (= ξεστραβώνω, ΑΝΤ. στραβώνω)/χαρτί (ΑΝΤ. τσαλακώνω). ~ τη γραβάτα/το φουστάνι μου (πβ. στρώνω). ~σε τα μαλλιά/τις μπούκλες της (ΑΝΤ. κατσαρώνω, κρεπάρω, σγουραίνω). ~ την πλάτη/τους ώμους μου (= ορθώνω, τεντώνω. ΑΝΤ. καμπουριάζω, σκύβω). ~σε τα δόντια του (: με σιδεράκια). ~σε τα πόδια σου (= μην τα λυγίζεις). Το έδαφος ~θηκε (= ισοπεδώθηκε).|| ~ το τιμόνι (: το επαναφέρω στη θέση της ευθύγραμμης πορείας. ΑΝΤ. στρίβω). ~ μια ράβδο (ΑΝΤ. κυρτώνω). ~ ένα κάδρο/τα γυαλιά στο πρόσωπό μου (πβ. ευθυγραμμίζω). Πβ. ισιάζω. 2. (μτφ.-αργκό) συνεφέρνω κάποιον ή συνέρχομαι: Κοιμήθηκα λίγο περισσότερο σήμερα και ~σα. Πβ. έρχομαι στα ίσα μου.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.