ισιώνω [ἰσιώνω] ι-σιώ-νω ρ. (μτβ.) {ίσιω-σα, ισιώ-θηκε, -μένος, ισιών-οντας} & (σπάν.-προφ.) ισώνω 1. κάνω κάτι ίσιο ή το επαναφέρω σε ίσια θέση: ~σα το καρφί (= ξεστραβώνω, ΑΝΤ. στραβώνω)/χαρτί (ΑΝΤ. τσαλακώνω). ~ τη γραβάτα/το φουστάνι μου (πβ. στρώνω). ~σε τα μαλλιά/τις μπούκλες της (ΑΝΤ. κατσαρώνω, κρεπάρω, σγουραίνω). ~ την πλάτη/τους ώμους μου (= ορθώνω, τεντώνω. ΑΝΤ. καμπουριάζω, σκύβω). ~σε τα δόντια του (: με σιδεράκια). ~σε τα πόδια σου (= μην τα λυγίζεις). Το έδαφος ~θηκε (= ισοπεδώθηκε).|| ~ το τιμόνι (: το επαναφέρω στη θέση της ευθύγραμμης πορείας. ΑΝΤ. στρίβω). ~ μια ράβδο (ΑΝΤ. κυρτώνω). ~ ένα κάδρο/τα γυαλιά στο πρόσωπό μου (πβ. ευθυγραμμίζω). Πβ. ισιάζω.2. (μτφ.-αργκό) συνεφέρνω κάποιον ή συνέρχομαι: Κοιμήθηκα λίγο περισσότερο σήμερα και ~σα. Πβ. έρχομαι στα ίσα μου.
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.