κάλτσα κάλ-τσα ουσ. (θηλ.) {καλτσ-ών, συνήθ. στον πληθ.}: εφαρμοστό κάλυμμα του κατώτερου τμήματος του ποδιού που φτάνει μέχρι τον αστράγαλο, την κνήμη ή το γόνατο και συνήθ. φοριέται μέσα από το παπούτσι: αθλητικές/ανδρικές/άπλυτες/βαμβακερές/γυναικείες/διχτυωτές/κοντές (βλ. σοσόνια)/μακριές/μάλλινες/νάιλον/παιδικές/πλεκτές (βλ. τσουράπι)/ποδηλατικές/ριγέ/τρύπιες/χοντρές ~ες. Ένα ζευγάρι ~ες. ~ες ποδοσφαίρου/σιλικόνης. Μπότα-~. Αλλάζω κάθε μέρα/μαντάρω/μπαλώνω/φοράω ~ες. Βάζω/βγάζω τις ~ες μου. Περπατάω με τις ~ες (: χωρίς παπούτσια). Βλ. καλσόν, κολάν.|| Aντιθρομβωτικές/ιατρικές/ισοθερμικές ~ες. Ελαστικές ~ες φλεβίτιδας.|| Χριστουγεννιάτικες ~ες κρεμασμένες στο τζάκι. ● Υποκ.: καλτσάκι (το) 1. κάλτσα μικρού μεγέθους. 2. πλεκτή κάλτσα που φορούν στα μωρά αντί για παπούτσι., καλτσούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: δια(β)όλου κάλτσα (μτφ.-προφ.): για άνθρωπο ιδιαίτερα έξυπνο ή πονηρό: Δεν πιάνεται, είναι ~ ~! Πβ. δαιμόνιος, σε πουλά(ει) και σ’ αγοράζει. Βλ. τετραπέρατος. [< μεσν. κάλτσα < ιταλ. calza]
καλσόν
καλσόνκαλ-σόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & καλτσόν: είδος γυναικείων καλτσών που καλύπτουν καθένα από τα πόδια χωριστά και ενώνονται στην κορυφή, περιβάλλοντας τη λεκάνη: (μαύρο) διχτυωτό/ελαστικό/ενισχυμένο/λεπτό/μάλλινο/νάιλον/οπάκ/ορθοπαιδικό/συνθετικό/χοντρό ~. ~ αδυνατίσματος (= μασαζο~)/εγκυμοσύνης. ~ για φλεβίτιδα και κιρσούς. Ο καβάλος του ~. ~ και ζαρτιέρες. ~ στο χρώμα του δέρματος. Μου 'φυγε ένας πόντος από το ~.|| Oλόσωμο ~.|| To ~ του χορευτή. Βλ. κολάν, ντενιέ. [< γαλλ. caleçon]
τετραπέρατος
τετραπέρατος, η, ο τε-τρα-πέ-ρα-τος επίθ. (επιτατ.): που έχει ιδιαίτερη αντιληπτική ικανότητα, πανέξυπνος: ~ο: παιδί. Πβ. ανοιχτομάτης, ατσίδα, ξεφτέρι, σαΐνι.|| ~ο: μυαλό (: κοφτερό). [< πβ. μτγν. τετραπέρατος ‘που απλώνεται στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα’]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.