Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • κάματος κά-μα-τος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άτου} (επίσ.): κούραση: μυϊκός ~. Πβ. εξάντληση, κόπος, μόχθος. Βλ. νυχτοκάματο. ΣΥΝ. κόπωση (1) [< αρχ. κάματος]

νυχτοκάματο

νυχτοκάματονυ-χτο-κά-μα-το ουσ. (ουδ.) (προφ.): αμοιβή για εργασία που έγινε στη διάρκεια μιας νύχτας. Βλ. μεροκάματο.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.