Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • κάνθαρος κάν-θα-ρος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άρου} 1. ΑΡΧΑΙΟΛ. αγγείο πόσης ή σπονδής με δύο κάθετες συνήθ. υπερυψωμένες λαβές και ψηλό ή χαμηλό πόδι με βάση. Bλ. κοτύλη, κρατήρας, κύλικα, κύπελλο, οινοχόη, ρυτό, σκύφος. 2. ΖΩΟΛ. (λόγ.) σκαθάρι. Βλ. χρυσο~. [< 1: μτγν. κάνθαρος 2: αρχ. ~]