Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 5 εγγραφές  [0-5]


  • κάπου κά-που επίρρ. 1. (για αόριστη αναφορά σε τόπο) σε κάποιο μέρος: ~ αλλού/εκεί/κοντά/στην Ευρώπη. Το βρήκα ~. Κρύψου ~! Δεν μπορεί, ~ θα είναι. ~ το 'χω βάλει, αλλά δεν θυμάμαι πού. Θέλω ~ να καθίσω. Σε ξέρω από ~; Το δωμάτιο από ~ μπάζει.|| (μτφ.) ~ εδώ (= σ' αυτό περ. το σημείο) τελειώσαμε για σήμερα. Διάβασα ~ ότι ... Θέλω ~ (= σε κάποιον) να το πω. 2. (προφ.) περίπου, κατά προσέγγιση: Στοιχίζει ~ εκατό ευρώ. Διένυσε ~ εξακόσια χιλιόμετρα. Ταξίδευε ~ δέκα ώρες. ΣΥΝ. πάνω κάτω (1) 3. (προφ.) μέχρι ενός σημείου, ως έναν βαθμό: ~ ευθύνεσαι κι εσύ/έχει δίκιο/το 'χει παρακάνει. Μπορώ να φανώ ~ (: σε κάτι) χρήσιμος; Πβ. κάπως. ● ΦΡ.: κάπου ... κάπου ... (προφ.): μερικές φορές: ~ οι αποστάσεις ~ η κούραση απ' τη δουλειά, σπάνια βρισκόμαστε. Πβ. άλλοτε, κάποτε., κάπου κάπου (προφ.): σε αραιά χρονικά διαστήματα: Έρχεται ~ ~ (= καμιά φορά, κατά καιρούς) να μας δει. Επικρατούσε απόλυτη σιωπή, μόνο ~ ~ ακουγόταν ένας μακρινός θόρυβος. ΣΥΝ. κάποτε κάποτε, πότε πότε, πού και πού, εδώ/εκεί/κάπου γύρω/τριγύρω βλ. τριγύρω, κάποιος, κάπου, κάποτε βλ. κάποιος, κάπου ανάμεσα βλ. ανάμεσα [< μεσν. κάπου]
  • καπούλια κα-πού-λια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. καπούλι} (λαϊκό) 1. οπίσθια κυρ. υποζυγίου: τα ~ του αλόγου. Βλ. πισωκάπουλα. 2. (μτφ.) πεταχτοί και συνήθ. γεμάτοι γυναικείοι γλουτοί. Πβ. κωλομέρι, πισινός. [< μεσν. καπούλι(ο)ν]
  • καπούτ κα-πούτ επιφών. {άκλ.}: (για κάτι που έχει σπάσει, χαλάσει ή τελειώσει) τέλος, τέρμα: ραδιόφωνο/υπολογιστής ~!|| Εισιτήρια/μπαταρία ~! ΣΥΝ. γιοκ, πάπαλα [< γερμ. kaputt]
  • καπουτσίνο κα-που-τσί-νο ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ.} & (προφ.) καπουτσίνος (ο): εσπρέσο με αφρόγαλα ή σαντιγί, συνήθ. πασπαλισμένο με κακάο ή τριμμένη κανέλα: διπλό/ζεστό/κρύο (= φρέντο) ~. Μηχανή ~ (πβ. εσπρεσιέρα, καφετιέρα). Βλ. μοκατσίνο. [< ιταλ. cappuccino (από το χρώμα της κουκούλας των καπουτσίνων), 1887, αγγλ. ~, γαλλ. ~, 1937]
  • καπουτσίνος κα-που-τσί-νος ουσ. (αρσ.) 1. ΘΡΗΣΚ. & καπουκίνος (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ): μοναχός τάγματος της καθολικής εκκλησίας· (κατ' επέκτ., στον πληθ.) το συγκεκριμένο τάγμα, που προήλθε από το αντίστοιχο των Φραγκισκανών. Βλ. Ιησουίτης. 2. ΖΩΟΛ. είδος πιθήκου της Κεντρικής και Νοτίου Αμερικής (επιστ. ονομασ. Cebus capucinus), εξαιρετικά έξυπνου και ευκίνητου, με μακριά ουρά και χαρακτηριστική τούφα μαλλιών στο κεφάλι: καφέ/λευκός ~. Η κοινωνική συμπεριφορά των ~ων. 3. ΒΟΤ. φυτό (επιστ. ονομασ. Tropæolum majus/minus) με φανταχτερά κίτρινα, πορτοκαλί ή κόκκινα άνθη. Βλ. δελφίνιο. 4. (προφ.) καπουτσίνο. [< 1,3,4: ιταλ. cappuccino 2: αγγλ. capuchin]

ανάμεσα

ανάμεσα[ἀνάμεσα] α-νά-με-σα επίρρ. & (λαϊκό) αναμεσής & ανάμεσο 1. (+ σε, μας/σας/τους) μεταξύ (για τοπικά, χρονικά, ποσοτικά όρια ή πρόσωπα, πράγματα, ιδέες, καταστάσεις): ~ σε Ανατολή και Δύση/στο πραγματικό και το φανταστικό/στο χτες και το σήμερα/στο 1930 και 1940. Ανταγωνισμός/κοινά στοιχεία ~ στις δύο χώρες. Είναι/συγκαταλέγεται ~ στους πρώτους. Θα τον αναγνώριζα ~ σε χιλιάδες (πβ. μέσα). Τι να προτιμήσω ~ στα δύο;|| Κινούνται/κυκλοφορούν ~ά μας. Δεν βρίσκεται πια ~ά μας (= πέθανε). Αγνοούνται τέσσερα άτομα, ~ά τους και ένα παιδί. Υπάρχει βαθιά φιλία ~ά τους.|| (προφ.) Έλα να καθίσεις ~ (= στη μέση)!|| (ως επίθ.) Οι ~ στα πετρώματα κισσοί. 2. (+ από) μέσα από, διά μέσου: διαδρομή ~ από βουνά και λαγκάδια. ● ΦΡ.: θα/να/ας μείνει ανάμεσά μας/μεταξύ μας: για κάτι που δεν πρέπει ή δεν επιθυμούμε να αποκαλυφθεί σε τρίτους: Ό,τι είπαμε θα σε παρακαλούσα να μείνει ~, εντάξει;, κάπου ανάμεσα: για δήλωση τοπικής, χρονικής, αξιολογικής αοριστίας: ~ ~ στο πάνω και το κάτω διάζωμα/στο 2012 και το 2013. Η ταινία κινείται ~ ~ στην κωμωδία και το δράμα. Η αλήθεια βρίσκεται ~ ~., μπαίνω ανάμεσα σε κάποιους: αναμειγνύομαι, επεμβαίνω αδιάκριτα σε προσωπική, συνήθ. ερωτική, σχέση άλλων και καταφέρνω να τους δημιουργήσω προβλήματα: Μπήκε ~ στο ζευγάρι και τους χώρισε. Τίποτα και κανένας δεν μπορεί να μπει ~ά μας! Πβ. ανακατεύομαι, χώνω τη μύτη μου., μεταξύ (των) άλλων βλ. άλλος [< μεσν. ανάμεσα]

δελφίνιο

δελφίνιοδελ-φί-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. ποώδες καλλωπιστικό φυτό (γένος Delphinium) με χρωματιστά, χωνοειδή άνθη σε όρθιες, μεγάλες ταξιανθίες. Βλ. καπουτσίνος. [< μτγν. δελφίνιον, αγγλ.-γαλλ. delphinium]

Ιησουίτης

Ιησουίτης[Ἰησουίτης] Ι-η-σου-ί-της ουσ. (αρσ.) {Ιησουιτών} 1. ΘΡΗΣΚ. μέλος του ρωμαιοκαθολικού μοναστικού τάγματος με την ονομασία "Εταιρεία του Ιησού" και (συνεκδ. στον πληθ.) το αντίστοιχο τάγμα. Βλ. φραγκισκανός, -ίτης1. 2. (μετωνυμ.) πρόσωπο που παριστάνει τον ευσεβή, αλλά είναι υποκριτής και δολοπλόκος. ΣΥΝ. ταρτούφος [< γαλλ. Jésuite, ιταλ. Gesuita]

κάποιος

κάποιος, α, ο κά-ποιος αόρ. αντων. {κ. γεν. (προφ.) καποιαν-ού, -ής} 1. για αόριστη αναφορά σε πρόσωπο ή πράγμα: ~ (= ένας) από εμάς/όλους/την παρέα. ~ πήρε τηλέφωνο. Μήπως ξέρει ~ ... (= κανείς); ~ να τους σταματήσει! Δεν έχω ~ον να μιλήσω. Δίνω σε ~ον κάτι. Διάλεξε ~ο απ' τα τρία.|| (ως επίθ.) ~ άλλος. ~α (= μια) μέρα. Σε ~α φάση. Mετά από ~ο (= μικρό, σύντομο) διάστημα. Για ~ον λόγο ήρθε. Ξέρεις ~ον Νίκο; Έχει μια ~α πείρα. Είναι αναγκαία η εξεύρεση ~ας λύσης. ~ο λάθος κάνεις. Υπάρχει ~ο πρόβλημα; Έχω ~α (= μερικά, λίγα) χρήματα, αλλά δεν αρκούν. 2. (ειρων.) σημαντικός, σπουδαίος: Νομίζει ότι είναι ~. Παριστάνει τον ~ον (: κάνει τον καμπόσο). ● Ουσ.: κάποιοι (οι): μερικοί, ορισμένοι: ~ το δέχτηκαν, ~ όχι. ~ νομίζουν ότι ...|| (μειωτ.) Η απερισκεψία ~ων εδώ μέσα μ' εκνευρίζει. ● ΦΡ.: κάποιος, κάπου, κάποτε (προφ.): για αόριστη, γενική αναφορά σε κάτι: Ελπίζω ότι ~ ~ θα ..., (κάποιος) είναι σπαθί βλ. σπαθί, ένας κάποιος βλ. ένας, μία/μια, ένα, κάποιο λάκκο έχει η φάβα βλ. λάκκος, κατά κάποιο(ν) τρόπο βλ. τρόπος, όλο και (κάποιος/κάτι) ... βλ. όλο, σε μια/κάποια στιγμή βλ. στιγμή ● βλ. κάτι [< μεσν. κάποιος]

μοκατσίνο

μοκατσίνομο-κα-τσί-νο ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ.}: καπουτσίνο που παρασκευάζεται από μείγμα καφέ και σοκολάτας: ζεστός/παγωμένος ~. [< αμερικ. mochaccino, περ. 1980 < mocha + (capu)ccino, ιταλ. mocaccino, 1999]

πισωκάπουλα

πισωκάπουλαπι-σω-κά-που-λα επίρρ. (λαϊκό): (κοντά) στα καπούλια του ζώου· κατ' επέκτ. στο πίσω κάθισμα μηχανής ή στο πίσω μέρος του σώματος. [< μεσν. πισωκάπουλα]

τριγύρω

τριγύρωτρι-γύ-ρω επίρρ. & (λογοτ.) τριγύρα: γύρω-γύρω: Ρίξε μια ματιά ~. Οικισμοί ~ από τη λίμνη. Τα παιδιά μαζεύτηκαν ~ της. Φωνές από ~.|| (ως επίθ.) H ~ περιοχή. Τα ~ σπίτια.|| (με επίρρ.) Παντού ~ τους υπήρχαν δέντρα. Πβ. ολόγυρα. ● Ουσ.: τριγύρω (οι): οι κοντινοί άνθρωποι, οι φίλοι κάποιου ή οι γείτονες: Ποτέ δεν άκουσε τους ~ του. Ζήτησε βοήθεια από τους ~. Πβ. τριγυρινός. ● ΦΡ.: εδώ/εκεί/κάπου γύρω/τριγύρω: με αόριστη αναφορά στη γύρω περιοχή: Πρέπει να μένει ~ ~. [< μεσν. τριγύρω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.