Αναζήτηση
Χρηστικό λεξικό

- κάρι κά-ρι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. μείγμα, συνήθ. καυτερό, από τριμμένα αρωματικά μπαχαρικά, κυρ. κουρκουμά, κύμινο, πιπέρι, χαρακτηριστικό της ινδικής κουζίνας: πάστα/σκόνη ~. Κοτόπουλο/ρύζι με ~. Βλ. καρύκευμα. [< αγγλ. curry]
- καριέρα κα-ριέ-ρα ουσ. (θηλ.): σταδιοδρομία ή ειδικότ. επαγγελματική εξέλιξη, καταξίωση: ακαδημαϊκή/διεθνής/δισκογραφική/επιστημονική/επιτυχημένη/κινηματογραφική/λαμπρή/μουσική/πολιτική ~. Έκανε ~ στο εξωτερικό. Επιλογή/ευκαιρίες/σύμβουλος ~ας. Διπλωμάτης/πολιτικός ~ας. Στο ξεκίνημα/στο τέλος της ~ας του. Θέλει/φιλοδοξεί να κάνει ~ στο θέατρο/στον στρατό. Συνδυάζει άψογα ~ και οικογένεια/προσωπική ζωή. (για τραγουδιστή:) Ακολούθησε σόλο ~. Έκανε στροφή στην ~ της (: άλλαξε ~). Σκέφτεται μόνο την ~ του (βλ. καριερίστας). ● ΣΥΜΠΛ.: ημέρα καριέρας/σταδιοδρομίας: εκδήλωση κατά την οποία γίνεται ενημέρωση σε συγκεκριμένο χώρο σχετικά με τις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά εργασίας. [< αγγλ. career day] [< ιταλ. carriera, γαλλ. carrière]
- καριερισμός κα-ριε-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) (αρνητ. συνυποδ.): υπερβολική έμφαση στην καριέρα. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. carriérisme, 1908, ιταλ. carrierismo, 1918]
- καριερίστας, καριερίστα κα-ριε-ρί-στας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {σπανιότ. θηλ. καριερίστρια} (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): άτομο που ενδιαφέρεται για την άνοδο της καριέρας του με κάθε τρόπο: αδίστακτος/επιτυχημένος/φιλόδοξος ~.|| (ως επίθ.) ~ας: δημοσιογράφος/πολιτικός. [< γαλλ. carriériste, 1909, ιταλ. carrierista, 1918]
- καριερίστικος , η, ο κα-ριε-ρί-στι-κος επίθ. (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): που σχετίζεται με την καριέρα: ~ες: βλέψεις/φιλοδοξίες. Προωθούν ωφελιμιστικούς και ~ους στόχους. Βλ. -ίστικος. ● επίρρ.: καριερίστικα [ιταλ. carrieristico, πριν από το 1937]
- καρικατούρα κα-ρι-κα-τού-ρα ουσ. (θηλ.): γελοιογραφία· (μτφ.) κάθε είδους χιουμοριστική απεικόνιση προσώπου, πράγματος ή κατάστασης: κωμική/συμβολική ~. Πορτρέτα-~ες διάσημων ηθοποιών.|| ~ της δημοκρατίας/πραγματικότητας (πβ. παρωδία, σάτιρα). Ήρωες/χαρακτήρες-~ες. [< ιταλ. caricatura, γαλλ. caricature]
- καρίκωμα κα-ρί-κω-μα ουσ. (ουδ.) {καρικώμ-ατος | -ατα} (λαϊκό): μαντάρισμα. Βλ. μπάλωμα.
- καρικώνω κα-ρι-κώ-νω ρ. (μτβ.) {σπάν. καρίκω-σε, καρικώ-σει} (λαϊκό) 1. μαντάρω. Βλ. μπαλώνω. 2. ράβω τις άκρες υφάσματος για να μην ξεφτίσει. Βλ. στρίφωμα. [< ιταλ. carico]
- καρίνα κα-ρί-να ουσ. (θηλ.) & καρένα 1. ΝΑΥΤ. το κατώτερο τμήμα του σκελετού σκάφους: γυάλινη/διπλή/κινητή/ξύλινη/πολυεστερική/σταθερή/φουσκωτή ~. Βάρκα/λέμβος με/χωρίς ~. Βλ. κύτος, ύφαλα. ΣΥΝ. τρόπιδα (1) 2. ΤΕΧΝΟΛ. εξάρτημα που τοποθετείται στο κάτω μέρος μοτοσικλέτας κυρ. για την προστασία του από πρόσκρουση στο έδαφος. [< 1: μτγν. καρῖνα < ιταλ. carena < λατ. carina < αρχ. καρύϊνος ‘φτιαγμένος από ξύλο καρυδιάς’]
- καριόκα κα-ριό-κα ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. μικρό γλύκισμα με σοκολάτα και καρύδια ή αμύγδαλα, τυλιγμένο συνήθ. σε αλουμινόχαρτο. [< ισπ. ή πορτ. carioca]
- καριόλα κα-ριό-λα ουσ. (θηλ.) 1. {αρσ. καριόλης} υβριστικός χαρακτηρισμός. 2. (παλαιότ.) είδος ξύλινου κρεβατιού. [< 2: μεσν. καριόλα ‘σκελετός κρεβατιού’ < ιταλ. carriola ‘κρεβάτι’]
- καριοφίλι κα-ριο-φί-λι ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): μακρύκαννο εμπροσθογεμές τουφέκι: τα ~ια των αγωνιστών της Επανάστασης του 1821. Βλ. γιαταγάνι, πιστόλι, σπάθα. [< πιθ. ιταλ. Carlo e figli]
- καριτέ κα-ρι-τέ {άκλ.}: ΒΟΤ. τροπικό δέντρο (επιστ. ονομασ. Vitellaria paradoxa) από τους σπόρους του οποίου παράγεται λιπαρή ουσία, που χρησιμοποιείται κυρ. για την παρασκευή καλλυντικών: βούτυρο ~. [< γαλλ. karité]
γιαταγάνι
γιαταγάνιγια-τα-γά-νι ουσ. (ουδ.): ΙΣΤ. (κυρ. κατά την περίοδο της Επανάστασης του 1821) είδος σπαθιού με πλατιά και καμπυλωτή λεπίδα. Πβ. πάλα, χαντζάρι. Βλ. καριοφίλι, κουμπούρα. [< τουρκ. yatağan]
-ισμός
-ισμόςεπίθημα αφηρημένων αρσενικών ουσιαστικών που δηλώνει 1. ενέργεια, αποτέλεσμα: καταρτ~/μεταβολ~/πανηγυρ~/παραθερ~/συμψηφ~/υπνωτ~.|| Oραματ~/προβληματ~. 2. θεωρία, τέχνη: αγνωστικ~/δαρβιν~/δυϊσμός/ουμαν~/πλουραλ~/σχετικ~. Kαπιταλ~/κομμουν~/σοσιαλ~.|| (αρνητ.) Σκοταδ~.|| (κίνημα:) Δημοτικ~. Φεμιν~.|| (διδασκαλία:) Στωικ~/χριστιαν~. Μανιχα-ϊσμός.|| Κλασικ~/μινιμαλ~/ρεαλ~/ρομαντ~. 3. στάση, συμπεριφορά: αλτρου~.|| (συνήθ. μειωτ.) Αριβ~/ατομ~/εγω~/σοβιν~/στρουθοκαμηλ~/χαμαιλεοντ~/χαφιεδ~. 4. ενασχόληση, δραστηριότητα: αθλητ~/ακτιβ~/αλπιν~/προσκοπ~. 5. ΙΑΤΡ. πάθηση, νόσο: δαλτον~. 6. φαινόμενο: γεωτροπ~/ιον~.|| Γαλλ~.
-ίστικος
-ίστικος, η, ο (προφ.): επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων∙ δηλώνει χαρακτηριστικό που είναι σχετικό ή παρεμφερές με ό,τι εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: αγορ~/κουκλ~/παλικαρ~ (πβ. -ίσιος). Βλ. -ιάτικος.|| (συνήθ. μειωτ.) Aκαταλαβ~/γεροντ~/δασκαλ~/δημοσιοσχετ~/διανοουμεν~/δικηγορ~/εξυπνακ~/θεατριν~/κοροϊδ~/κουτσομπολ~/μεγαλ~/μπακαλ~.
καρύκευμα
καρύκευμακα-ρύ-κευ-μα ουσ. (ουδ.) {καρυκεύμ-ατος | -ατα, συνηθέστ. στον πληθ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κάθε φυσική ουσία ή μείγμα, που προστίθεται στο φαγητό (ή το γλυκό) σε μικρές ποσότητες, για να δώσει άρωμα, να ενισχύσει τη γεύση του ή/και σπανιότ. να του δώσει χρώμα: εξωτικά/πικάντικα (βλ. ταμπάσκο) ~ατα. Τα μπαχαρικά και τα μυρωδικά χρησιμοποιούνται ως ~ατα. Βλ. γαρίφαλο, κάρδαμο, κολίανδρος, μάραθο, μπούκοβο, ρίγανη.|| (μτφ.) Το ~ (= αλατοπίπερο, νοστιμιά) της ζωής. ΣΥΝ. άρτυμα (1) [< μτγν. καρύκευμα ‘σάλτσα’]
κύτος
κύτοςκύ-τος ουσ. (ουδ.) {κύτ-ους | -η} (λόγ.) 1. το κοίλο μέρος πλωτού συνήθ. σκάφους: διπλό/μονό ~. Το ~ του πλοίου/του υποβρυχίου. Ρήγμα στο ~. Έλεγχος χωρητικότητας ~ών. Πβ. αμπάρι. Βλ. καρίνα, πυθμένας.|| Το ~ του αεροπλάνου. Πβ. κοιλιά. 2. ΑΝΑΤ. κοιλότητα του σώματος που περιβάλλεται από οστά: ~ του θώρακα/της κοιλίας/του κρανίου. [< αρχ. κύτος]
μπάλωμα
μπάλωμαμπά-λω-μα ουσ. (ουδ.) {μπαλώμ-ατος | -ατα} 1. επιδιόρθωση φθοράς, τρύπας ή σκισίματος σε ύφασμα ή άλλο υλικό με ράψιμο, γέμισμα ή επικόλληση κομματιού από το ίδιο συνήθ. υλικό· συνεκδ. το κομμάτι που τοποθετείται στο φθαρμένο σημείο: ~ κάλτσας/ρούχων/σαμπρέλας/τσέπης. ~ των διχτυών μετά το ψάρεμα. ~ στους αγκώνες του σακακιού/στα γόνατα του παντελονιού. Βλ. καρίκωμα.|| ~ λακκούβας με άσφαλτο. Οδόστρωμα γεμάτο ~ατα.|| Συρραφή με τοποθέτηση ~ατος (: σε χειρουργική επέμβαση). || ~ νικοτίνης (: που τοποθετείται στο δέρμα για σταδιακή απεξάρτηση από το τσιγάρο). ΣΥΝ. πατς. 2. (κατ' επέκτ.) τμήμα επιφάνειας που διαφέρει στο χρώμα ή την υφή από το σύνολο: ~ατα υγρασίας στον τοίχο. Ο σκύλος έχει ένα άσπρο ~ (= κηλίδα) στην κοιλιά. 3. (μτφ.) πρόχειρη ή προσωρινή διευθέτηση: λύση-~. Επιφανειακό ~ του προβλήματος. ~ατα της τελευταίας στιγμής. Ημίμετρα και ~ατα. 4. ΠΛΗΡΟΦ. αποσπασματικός κώδικας προγράμματος λογισμικού που διορθώνει σφάλματα τα οποία διαπιστώθηκαν σε άλλο πρόγραμμα: έκδοση ~ατος. ● Υποκ.: μπαλωματάκι (το) [< 1,2: μεσν. μπάλωμα 3: γαλλ. rafistolage 4: αγγλ. patch, 1954]
μπαλώνω
μπαλώνωμπα-λώ-νω ρ. (μτβ.) {μπάλω-σα, μπαλώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, μπαλών-οντας} 1. τοποθετώ μπάλωμα: ~ τους αγκώνες του σακακιού/τις τρύπιες κάλτσες/το παντελόνι στον καβάλο/τα παπούτσια. ~μένη: τσέπη. ~μένο: πανί. 2. (κατ' επέκτ.) επιδιορθώνω, επισκευάζω κάτι τοπικά: Ο δρόμος ~θηκε. 3. (μτφ.-προφ.) διευθετώ ή επανορθώνω πρόχειρα κάτι που έγινε λάθος: Κατάφερε να ~σει την τελευταία στιγμή την γκάφα/την κατάσταση/το σφάλμα. Η ζημιά έγινε και τώρα δεν ~εται με τίποτα. Πβ. κουκουλώνω, συγκαλύπτω. ● Παθ.: μπαλώνεται (προφ.): για προβληματική, δύσκολη κατάσταση που διορθώνεται, αντιμετωπίζεται. ● ΦΡ.: τα μπαλώνω & μπαλώνω τα πράγματα (προφ.): βρίσκω πρόχειρες δικαιολογίες για ανάρμοστο λόγο ή πράξη: Δεν ήξερε πώς να τα ~σει. Πήγε να τα ~σει., κλείνω/βουλώνω/μπαλώνω (τις) τρύπες βλ. τρύπα, παπούτσι απ' τον τόπο σου κι ας είναι (/είν' και) μπαλωμένο βλ. παπούτσι [< μεσν. μπαλώνω]
στρίφωμα
στρίφωμαστρί-φω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή κυρ. το αποτέλεσμα του στριφώνω: ~ κουρτίνας/παντελονιού. Πβ. ρέλι.