Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • κάρτα κάρ-τα ουσ. (θηλ.) {καρτ-ών} 1. δελτίο από σκληρό χαρτί ή πλαστικό που φέρει συνήθ. τα στοιχεία του κατόχου του, πιστοποιώντας την ταυτότητά του ή παρέχοντάς του κάποιο δικαίωμα: διαφημιστική/εκπτωτική/επαγγελματική/ταξιδιωτική ~. Μειωμένη/μηνιαία/προσωποποιημένη ~ απεριορίστων διαδρομών για όλα τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς (βλ. πάσο). Ευρωπαϊκή ~ ασφάλισης ασθένειας. Ισόβια/προσωρινή ~ αναπηρίας. ~ αλληλεγγύης/ανεργίας/αποδείξεων/εργασίας/σίτισης. ~ νέων. ~ες επισκεπτηρίου (= μπιλιέτα). Έκδοση ~ας. Σας αφήνω την ~ μου με το τηλέφωνο και τη διεύθυνσή μου. 2. (ειδικότ.) μικρό ορθογώνιο κομμάτι από πλαστικό, με μηχανικά αναγνώσιμα δεδομένα για ποικίλες χρήσεις: τραπεζική ~. Βλ. φορο~.|| ~ θορύβου (: για δίκυκλα και τρίκυκλα).|| (με προπληρωμένο χρόνο ομιλίας:) Τηλεφωνική ~. (για κινητό) ~ ανανέωσης (χρόνου ομιλίας). (συνεκδ.) Δεν έχω πολλή ~ (= δεν μου μένουν πολλές μονάδες). Υπόλοιπο ~ας. Πβ. τηλε~, χρονο~.|| ~ δώρου (= δωρο~· βλ. κουπόνι). Βλ. τσιπ. 3. (ειδικότ.) κομμάτι από χοντρό χαρτί, εικονογραφημένο και διπλωμένο στα δύο, που φέρει μήνυμα και αποστέλλεται ή δίνεται σε κάποιον, συνήθ. σε ειδικές περιστάσεις: αναμνηστική/εορταστική/ευχαριστήρια/ευχετήρια/πασχαλινή/ταχυδρομική (= καρτ ποστάλ)/χριστουγεννιάτικη ~. Ανθοδέσμη/δώρο με ~. Έλαβε ~ για τα γενέθλιά της (= ~ γενεθλίων)/τον καινούργιο χρόνο/ταχεία ανάρρωση.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) Ηλεκτρονική ~. 4. ΠΛΗΡΟΦ. πλακέτα με αποθηκευμένες πληροφορίες ή ηλεκτρονικό κύκλωμα που εισάγεται σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, παρέχοντάς του πρόσθετες δυνατότητες: ~ βίντεο/δικτύου/ήχου/οθόνης. Ενσωματωμένη ~ ραδιοφώνου/τηλεόρασης. 5. τραπουλόχαρτο. ● Υποκ.: καρτούλα (η) & καρτάκι (το): κυρ. στη σημ. 3. ● ΣΥΜΠΛ.: κάρτα (ελέγχου) καυσαερίων: αυτή που πιστοποιεί ότι ένα όχημα εκπέμπει καυσαέρια που δεν υπερβαίνουν τα επιτρεπόμενα όρια., κάρτα SIM: ΤΕΧΝΟΛ. ειδική κάρτα με μικροεπεξεργαστή για αποθήκευση των στοιχείων αναγνώρισης του συνδρομητή και μνήμη για αποθήκευση μηνυμάτων και επαφών καθώς και για εκτέλεση ποικίλων άλλων εφαρμογών: ~ ~ κινητού. Πρόσβαση στην ~ ~ μέσω κωδικού PIN. [< αγγλ. Subscriber Identity Module (SIM) card, 1989] , κάρτα αναλήψεων/μετρητών: ΟΙΚΟΝ. που εκδίδεται από τράπεζα και επιτρέπει στον κάτοχό της κυρ. την ανάληψη χρημάτων από ΑΤΜ. Βλ. χρεωστική (κάρτα). [< αγγλ. cash card, 1967] , κάρτα διαρκείας: η οποία παρέχει για ορισμένη χρονική περίοδο ελεύθερη είσοδο σε αθλητικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις: ~ ~ για τα ματς του ... Διατίθενται/κυκλοφόρησαν οι ~ες ~. ΣΥΝ. εισιτήριο διαρκείας.|| ~ες ~ για το φεστιβάλ., κάρτα επέκτασης: ΠΛΗΡΟΦ. που μπορεί να προσαρμοστεί σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και να αυξήσει τις δυνατότητές του: ~ ~ μνήμης. ~ ~ που μετατρέπει αναλογικά σήματα σε ψηφιακή μορφή. [< αγγλ. expansion card, 1982] , κάρτα μέλους: που εξασφαλίζει στον κάτοχό της δικαίωμα πρόσβασης σε παρεχόμενες υπηρεσίες ή συμμετοχής σε δραστηριότητα: ~ ~ της βιβλιοθήκης/της λέσχης/του συλλόγου., κάρτα μνήμης: ΠΛΗΡΟΦ. εξωτερική κάρτα αποθήκευσης δεδομένων, μεγάλης συνήθ. χωρητικότητας: αφαιρούμενη/ψηφιακή ~ ~. ~ ~ κινητού τηλεφώνου/συσκευής. ~ ~ βίντεο/MP3/φωτογραφιών. Θύρα/υποδοχή για ~ ~. Πβ. μνήμη RAM.|| Εσωτερική ~ ~ (= ενσωματωμένη). Πβ. σκληρός δίσκος. [< αγγλ. memory card, 1974] , κάρτα-κλειδί: ηλεκτρονική κάρτα που λειτουργεί ως κλειδί για το άνοιγμα ή κλείσιμο πόρτας ή για την ενεργοποίηση και απενεργοποίηση συστημάτων, συσκευών και μηχανημάτων: μαγνητική ~ ~. ~ ~ ξενοδοχείου. [< αγγλ. key-card] , κίτρινη κάρτα: ΑΘΛ. (συνήθ. στο ποδόσφαιρο κ. στο βόλεϊ) αυτή που δείχνει ο διαιτητής σε αθλητή ως ποινή για αρκετά σοβαρό (ή κατ' εξακολούθηση) παράπτωμα· η ίδια η απόφαση του διαιτητή και η ποινή στον αθλητή: Δέχτηκε/πήρε ~ ~ για αντιαθλητικό φάουλ/διαμαρτυρία/σκληρό μαρκάρισμα. Ο ποδοσφαιριστής τιμωρήθηκε με ~ ~, γιατί έπιασε την μπάλα με τα χέρια. Αποβλήθηκε με δεύτερη ~ ~.|| (μτφ.) ~ ~ έβγαλε η Ευρωπαϊκή Ένωση στη χώρα λόγω καθυστέρησης στην εφαρμογή των μέτρων. [< αγγλ. yellow card, 1976] , κόκκινη κάρτα: ΑΘΛ. (συνήθ. στο ποδόσφαιρο) αυτή που δείχνει ο διαιτητής σε αθλητή ως ποινή για πολύ σοβαρό παράπτωμα και σημαίνει την αποβολή του αθλητή από τον συγκεκριμένο αγώνα και την απουσία του από ένα ή περισσότερα παιχνίδια της ομάδας του για την ίδια συνήθ. διοργάνωση· η ίδια η απόφαση του διαιτητή και η ποινή που επιβάλλει: ~ ~ για χτύπημα εκτός φάσης. Αποβολή με απευθείας ~ ~ (: δηλ. όχι με δύο κίτρινες). Ο ποδοσφαιριστής τιμωρήθηκε με/πήρε ~ ~.|| (μτφ.) Ο διευθυντής του έβγαλε ~ ~ (= τον απέλυσε). [< αγγλ. red card, 1976] , λευκή κάρτα: αυτή που χορηγεί το ελληνικό κράτος σε πρόσφυγες, μέχρι να ξεκινήσουν τη διαδικασία για τη λήψη της αντίστοιχης ροζ, για να εξασφαλίσουν την προσωρινή διαμονή τους στη χώρα., μαγνητική κάρτα: ΤΕΧΝΟΛ. κάθε πλαστική κάρτα με ενσωματωμένη μαγνητική ταινία που φέρει αποθηκευμένα προσωπικά ή άλλα δεδομένα: ~ ~ εισόδου/ελέγχου/πρόσβασης., μπλε κάρτα 1. επίσημη κάρτα της Ευρωπαϊκής Ένωσης η οποία επιτρέπει σε εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό από τρίτες χώρες να εργάζεται νόμιμα και να διαμένει σε αυτή για δύο χρόνια με δυνατότητα ανανέωσης. Βλ. πράσινη κάρτα. 2. ΑΘΛ. διεθνές πιστοποιητικό μεταγραφής παίκτη σε ομάδα. [< 1: αγγλ. (EU) Blue Card, 2007] , πράσινη κάρτα 1. η οποία βεβαιώνει ότι ο κάτοχός της είναι αλλοδαπός μόνιμα εγκατεστημένος και νόμιμα εργαζόμενος σε μια χώρα· ειδικότ. κάρτα περιορισμένης χρονικής διάρκειας που χορηγεί το ελληνικό κράτος σε οικονομικούς μετανάστες: ~ ~ εργασίας/παραμονής. Απέκτησε την πολυπόθητη ~ ~. Βλ. ταυτότητα. 2. απαιτούμενο δικαιολογητικό για ταξίδι στο εξωτερικό με αυτοκίνητο, το οποίο παρέχει διεθνή ασφαλιστική κάλυψη σε περίπτωση που ο οδηγός εμπλακεί σε τροχαίο ατύχημα: δελτίο αυτοκινητιστικής εξυπηρέτησης, διεθνές δίπλωμα οδήγησης, ~ ~, πολύπτυχο και σήμα εθνικότητας. Βλ. ΕΛΠΑ. [< 1: αμερικ. green card, 1969] , ροζ κάρτα: που χορηγείται από το ελληνικό κράτος στους αιτούντες πολιτικό άσυλο, παρέχοντάς τους το δικαίωμα προσωρινής παραμονής, έκδοσης άδειας εργασίας, δωρεάν ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και διαμονής σε κέντρα υποδοχής προσφύγων., κάρτα αναπηρίας βλ. αναπηρία, κάρτα γραφικών βλ. γραφικά, μητρική (κάρτα/πλακέτα) βλ. μητρικός1, πιστωτική (κάρτα) βλ. πιστωτικός, χρεωστική (κάρτα) βλ. χρεωστικός, χρυσή κάρτα βλ. χρυσός ● ΦΡ.: φάτσα κάρτα βλ. φάτσα, χτυπάω κάρτα βλ. χτυπώ [< 1-3: ιταλ. carta 4: αγγλ. (sound, memory) card]
  • καρταναγνώστης καρ-τα-να-γνώ-στης ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα αναγνώρισης, ανάγνωσης και κωδικοποίησης καρτών ασφαλείας, πολυμέσων ή μνήμης, για πρόσβαση σε δεδομένα ή επιβεβαίωση στοιχείων. [< αγγλ. card reader]

αναπηρία

αναπηρία[ἀναπηρία] α-να-πη-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. κατάσταση ενός ατόμου, η οποία χαρακτηρίζεται από έλλειψη ή μείωση της λειτουργικότητας σε έναν ή περισσότερους τομείς της ζωής του, λόγω σωματικής, ψυχικής ή νοητικής βλάβης ή απουσίας μέλους ή οργάνου: απόλυτη/ελαφρά/μέτρια/πλήρης/σοβαρή (/βαριά) ~. Μερική/ολική/πολλαπλή ~ (πβ. ανικανότητα). Ακουστική (= κώφωση)/(δια)νοητική (= υστέρηση)/οπτική (= τύφλωση) ~. Άτομα με ~ (ακρ. ΑμεΑ). Βαθμός/επίδομα/πιστοποιητικό/ποσοστό ~ας. Πβ. κουσούρι, σακατιλίκι. Βλ. αρτιμέλεια. 2. (μτφ.) ανεπάρκεια, δυσλειτουργία (κυρ. κοινωνικής δομής, θεσμού ή συστήματος). ● ΣΥΜΠΛ.: κάρτα αναπηρίας & κάρτα λειτουργικότητας: πιστοποιητικό βεβαίωσης της αναπηρίας του κατόχου του, καθώς και του βαθμού της, ώστε να καθίσταται δικαιούχος διευκολύνσεων, ενισχύσεων και μέριμνας από την πλευρά της Πολιτείας. [< αγγλ. disabled/disablitiy card] , αναπηρική σύνταξη βλ. αναπηρικός, κινητική αναπηρία βλ. κινητικός, νοητική/διανοητική (καθ)υστέρηση/αναπηρία βλ. υστέρηση [< αρχ. ἀναπηρία ‘ακρωτηριασμός, σακάτεμα’, γαλλ. invalidité, αγγλ. disability]

γραφικά

γραφικάγρα-φι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) (τα) 1. ΠΛΗΡΟΦ. {σπάν. στον εν. γραφικό} graphic - Any image that is especially linear in character, such as a drawing, and any image made by or for printmaking or digital imaging. εικόνες, σχέδια, γραφικές παραστάσεις, διαγράμματα που δημιουργούνται στον υπολογιστή με τη βοήθεια ειδικού λογισμικού: επεξεργασία/εφαρµογές/πακέτο/περιβάλλον ~ών. Παιχνίδι με διαδραστικά/κινούμενα/πολύχρωμα/στατικά/τρισδιάστατα ~. 2. εικόνες, φωτογραφίες, σχέδια που περιέχονται σε βιβλίο ή άλλη έντυπη έκδοση. 3. γραφικά είδη: χαρτικά-~. ● ΣΥΜΠΛ.: κάρτα γραφικών: ΠΛΗΡΟΦ. πλακέτα κυκλώματος μέσω της οποίας γίνεται προβολή εικόνων στην οθόνη του υπολογιστή. [< 1: αγγλ. (computer) graphics, 1966, 2: αγγλ. graphics 3: αρχ. γραφικός]

ΕΛΠΑ

ΕΛΠΑ(η): Ελληνική Λέσχη Περιήγησης και Αυτοκινήτου.

μητρικός1

μητρικός1, ή, ό μη-τρι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τη μητέρα: ~ός: δεσμός/θηλασμός/ρόλος. ~ή: αγάπη/αγκαλιά/θνησιμότητα/στοργή/συμπεριφορά/φροντίδα. ~ό: αίμα/γάλα/ένστικτο/πρότυπο/σύμπλεγμα/φίλτρο. ~ά: αντισώματα/γονίδια/κύτταρα. Στερήθηκε το ~ό χάδι. Βλ. πατρικός. 2. (μτφ.) που αποτελεί πηγή δημιουργίας ή προέλευσης για κάτι, αρχικός: ~ός: πολιτισμός/πυρήνας. ~ό: άστρο/διαστημόπλοιο/σκάφος. ~ά: κύτταρα.|| ~ή: φυτεία (για την παραγωγή μοσχευμάτων). ~ό: φυτό. ● επίρρ.: μητρικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: μητρική (κάρτα/πλακέτα): ΠΛΗΡΟΦ. πλακέτα τυπωμένου κυκλώματος σε ηλεκτρονικό υπολογιστή που περιέχει την κεντρική μονάδα επεξεργασίας. [< αγγλ. motherboard, 1971] , μητρική εταιρεία: ΟΙΚΟΝ. η οποία κατέχει πάνω από το 51% των μετοχών μίας ή περισσότερων εταιρειών: ~ές και θυγατρικές ~ες., μητρικό πέτρωμα: ΓΕΩΛ. το αρχικό πέτρωμα από το οποίο προήλθε η εδαφογένεση. [< γερμ. Muttergestein] , μητρική/πρώτη γλώσσα βλ. γλώσσα, φυσικός/μητρικός ομιλητής βλ. φυσικός [< αρχ. μητρικός, γαλλ. maternel]

πιστωτικός

πιστωτικός, ή, ό πι-στω-τι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με την πίστωση: ~ός: έλεγχος/οργανισμός/τίτλος. ~ή: κρίση. ~ό: όριο/υπόλοιπο. ~ές: διευκολύνσεις/υπηρεσίες. ~ά: ιδρύματα (π.χ. τράπεζες). Πβ. νομισματο~, χρηματοδοτικός, χρηματο~. ΑΝΤ. χρεωστικός ● ΣΥΜΠΛ.: πιστωτικές μονάδες: μονάδα μέτρησης του φόρτου εργασίας του μέσου φοιτητή για την επίτευξη των μαθησιακών στόχων ενός προγράμματος σπουδών· ισοδυναμεί με 25-30 ώρες εκπαιδευτικής δραστηριότητας, όπως παρακολούθηση διαλέξεων, φροντιστηριακών ασκήσεων ή εργαστηρίων, ιδιωτική μελέτη και συμμετοχή σε εξετάσεις. Πβ. διδακτικές/ακαδημαϊκές μονάδες. [< αγγλ. credit units, credits] , πιστωτική (κάρτα): ΟΙΚΟΝ. κάρτα, συνήθ. με συγκεκριμένο πιστωτικό όριο, που εκδίδεται ονομαστικά από τράπεζα ή επιχείρηση και επιτρέπει στον κάτοχό της να αποκτήσει αγαθά ή να κάνει χρήση υπηρεσιών, πληρώνοντας αργότερα, συχνά με τόκο: αριθμός/έκδοση ~ής ~ας. Αγορές με ~ ~/μέσω ~ών ~ών. Πβ. πλαστικό χρήμα, χρυσή κάρτα. Βλ. χρεωστική (κάρτα). [< αγγλ. credit card, 1888] , πιστωτική αγορά: ΟΙΚΟΝ. η χρηματαγορά και η κεφαλαιαγορά. [< αγγλ. credit market] , πιστωτικό γεγονός: ΟΙΚΟΝ. αποτυχία νομικού προσώπου να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του στα πλαίσια σημαντικής οικονομικής συναλλαγής, με αποτέλεσμα τη μείωση της πιστοληπτικής του αξιοπιστίας. [< αγγλ. credit event] , πιστωτικό χρήμα: ΟΙΚΟΝ. τραπεζογραμμάτια., πιστωτικός κίνδυνος: ΟΙΚΟΝ. κίνδυνος μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που έχει ο αντισυμβαλλόμενος (π.χ. να αποπληρώσει ένα δάνειο ή χρέος) στον οφειλόμενο χρόνο ή οποτεδήποτε μετά τη λήξη αυτού. Βλ. σι ντι ες. [< αγγλ. credit risk] [< μτγν. πιστωτικός ‘βεβαιωτικός’, γαλλ. créditeur, αγγλ. credit]

ταυτότητα

ταυτότηταταυ-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {ταυτοτήτων} 1. το σύνολο των ειδικών στοιχείων για την αναγνώριση ατόμου ή αντικειμένου: διαπίστωση/εξακρίβωση της ~ας. Αποδεικνύω την ~ά μου. Πβ. ταυτοπροσωπία.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) Κωδικοί πρόσβασης για έλεγχο της ~ας των χρηστών. Ηλεκτρονική Υπηρεσία Απόκτησης Ακαδημαϊκής ~ας.|| ~ προϊόντος. Ανταλλακτικά αγνώστου ~ας (= προέλευσης). Δελτίο ενεργειακής ~ας κτιρίου (: έντυπο με την περιγραφή των ενεργειακών του χαρακτηριστικών). 2. επίσημο έγγραφο που εκδίδεται από αρμόδια Αρχή και με το οποίο επιτυγχάνεται η αναγνώριση ατόμου· ειδικότ. βραχιόλι με χαραγμένο συνήθ. το όνομα του κατόχου του: απώλεια/θεώρηση/κλοπή ~ας. Αριθμός/έκδοση/επίδειξη ~ας. Βουλευτική/δημοσιογραφική/στρατιωτική/υπηρεσιακή/φοιτητική (= πάσο) ~. ~ μέλους.|| Ασημένια/χρυσή ~. Φοράει ~ στο χέρι. 3. (κατ' επέκτ.) τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα ατόμου ή ομάδας: ατομική/γενετική (πβ. DNA)/γλωσσική/εθνική/εθνοτική/έμφυλη/ευρωπαϊκή/θρησκευτική/ιστορική/κοινωνική/πολιτική/πολιτισμική/σεξουαλική/συλλογική/τοπική ~. Πολλαπλές ~ες. Εμπορική/εταιρική ~ (: λογότυπο, επαγγελματικές κάρτες, επιγραφές). ~ έργου/έρευνας (: σχέδιο, προφίλ δείγματος, κριτήρια)/εφημερίδας (: ο χώρος όπου αναγράφονται ο ιδιοκτήτης, ο εκδότης, ο διευθυντής)/οργάνωσης. Διαμόρφωση/διατήρηση/επιλογή/κατασκευή/κρίση ~ας. Αποκτώ/χάνω την ~ά μου. Παράγοντες που καθορίζουν την ~ ενός λαού. Κόμμα με ξεκάθαρη/με σαφή/χωρίς (ιδεολογική) ~. Πβ. φυσιογνωμία. Βλ. ιδιαιτερ-, προσωπικ-ότητα.|| (ΨΥΧΟΛ.) Διαταραχή ~ας φύλου (= σεξουαλικής ~ας).|| Άνθρωπος με διπλή ~ (= ζωή). 4. σχέση απόλυτης ομοιότητας, σύμπτωση, ταύτιση: ~ απόψεων/θέσεων/σκοπών/συμφερόντων (ΑΝΤ. διάσταση, σύγκρουση). Πβ. συμφωνία.|| (ΦΙΛΟΣ.) Αρχή της ~ας (: αρχή της Λογικής κατά την οποία κάθε έννοια ταυτίζεται με τον εαυτό της). 5. ΜΑΘ. ισότητα που επαληθεύεται για όλες τις τιμές που είναι δυνατόν να πάρουν οι μεταβλητές της. Βλ. -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρονική ταυτότητα 1. μικροτσίπ με τα προσωπικά δεδομένα ατόμου για την ταυτοποίησή του: ~ ~ για νεογνά/πολιτών.|| (για ζώα:) ~ ~ κατοικιδίων. 2. ψηφιακή κάρτα χρήστη για την απόδειξη της ταυτότητάς του κυρ. σε ηλεκτρονικές συναλλαγές. Πβ. έξυπνη κάρτα. 3. ειδική διαδικασία ελέγχου των κτιρίων με σκοπό την ορθή συντήρησή τους, την ασφάλεια των κατασκευών, τη φιλική προς το περιβάλλον οικιστική ανάπτυξη και την καταπολέμηση των πολεοδομικών αυθαιρεσιών και της αυθαίρετης δόμησης. [< 1,2: αγγλ. electronic/e- card] , μεταλλική ταυτότητα & πλακέτα από μέταλλο 1. ΣΤΡΑΤ. πάνω στην οποία αναγράφεται το ονοματεπώνυμο, ο Αριθμός Στρατολογικού Μητρώου και η ομάδα αίματος του οπλίτη και η οποία φοριέται με αλυσίδα στο λαιμό. 2. που στερεώνεται πάνω στο κολάρο σκύλων για την εύκολη αναγνώρισή τους., αστυνομική ταυτότητα βλ. αστυνομικός, δελτίο ταυτότητας βλ. δελτίο ● ΦΡ.: του πήρε την ταυτότητα (κυρ. αθλητική αργκό): τον νίκησε κατά κράτος, τον κατατρόπωσε. Πβ. παίρνω (και) τα σώβρακα (κάποιου). [< αρχ. ταυτότης ‘απόλυτη ομοιότητα’, γαλλ. identité 3: αγγλ. identity crisis, 1941]

τσιπ

τσιπουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} 1. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. ολοκληρωμένο κύκλωμα· ειδικότ. πλακίδιο από ημιαγώγιμα υλικά, κυρ. πυρίτιο, πάνω στα οποία υπάρχουν αγωγοί κατάλληλα συνδυασμένοι, ώστε να δημιουργούν ηλεκτρονικά στοιχεία: μαγνητικό ~. ~ σιλικόνης. ~ αναγνώρισης/μνήμης. Εμφύτευση ~. Πβ. μικρο-κύκλωμα, -τσίπ. Βλ. πυκνωτής, τρανζίστορ.|| ~ (= ηλεκτρονική ταυτότητα) σε σκύλο. 2. μάρκα που χρησιμοποιείται συνήθ. στο πόκερ. ● Υποκ.: τσιπάκι (το): στη σημ. 1. [< 1: αγγλ. chip, 1962, 2: αγγλ. ~]

φάτσα

φάτσαφά-τσα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. πρόσωπο· συνεκδ. άτομο: απαίσια/άσχημη (= ασχημόφατσα)/γελοία/ηλίθια/θλιμμένη/περίεργη ~. Αντιπαθητικές/αστείες/γνώριμες/χαρούμενες ~ες. Βλ. αγριό-, παλιό-, σκατό-, σκυλό-φατσα.|| Δεν μ' αρέσει η ~ (= μάπα, μούρη) του (: τον θεωρώ ύποπτο ή επικίνδυνο). (μειωτ.) Έχεις δει τη ~ (= τα μούτρα) σου στον καθρέφτη; 2. (κατ' επέκτ.) μπροστινό μέρος, πρόσοψη: η ~ του αυτοκινήτου/κτιρίου/σπιτιού. ΣΥΝ. μούρη (3) 3. (ως επίρρ.) αντίκρυ, απέναντι: οικόπεδο ~ στη θάλασσα. Πβ. κατάφατσα. ● Υποκ.: φατσούλα (η) 1. στη σημ. 1: αξιαγάπητη/γλυκιά/συμπαθητική ~. Πβ. μουρίτσα, μουτράκι, προσωπάκι. 2. ΠΛΗΡΟΦ. εμότικον: θυμωμένη/χαμογελαστή ~. Έβαλε ~ στο μήνυμα. ● ΦΡ.: (είναι) φάτσα (οικ.): (είναι) κατεργάρης, πονηρός: (~) ~ ο μικρός!, κόβω φάτσες (λαϊκό): παρατηρώ προσεκτικά τους άλλους, προκειμένου να συμπεράνω κάτι για αυτούς. || Κόψε φάτσα και βγάλε συμπέρασμα., φάτσα κάρτα & (σπάν.) φάτσα μόστρα (προφ.): ακριβώς απέναντι, μπροστά (μου): Στρίψε δεξιά και θα δεις ~ κάρτα ένα κατάστημα με ...|| Ήρθε ~ ~ (= μούρη με μούρη) με ..., φάτσα με φάτσα (προφ.): πρόσωπο με πρόσωπο. Πβ. βιζαβί., ούνα φάτσα ούνα ράτσα βλ. ράτσα, φάτσα φόρα βλ. φόρα2 [< βεν. fazza ή ιταλ. faccia]

χρεωστικός

χρεωστικός, ή, ό χρε-ω-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη χρέωση: ~ός: τίτλος. ~ή: εγγραφή/φορολογία. ~ό: επιτόκιο/ομόλογο/ποσό/υπόλοιπο/ΦΠΑ. ~οί: τόκοι. ~ές: οφειλές. ~ά: γραμμάτια/τιμολόγια. ΑΝΤ. πιστωτικός.|| (στις τηλεφωνικές κλήσεις:) ~ές: μονάδες. ● Ουσ.: χρεωστικό (το) (προφ.) 1. ενν. εκκαθαριστικό σημείωμα ή έγγραφο: ενυπόγραφα ~ά. 2. {συνήθ. στον πληθ.} ενν. ποσό: εξόφληση/καταβολή ~ών. Πβ. οφειλή, χρέος, χρωστούμενα. ● επίρρ.: χρεωστικώς [-ῶς] (λόγ.) ● ΣΥΜΠΛ.: χρεωστική (κάρτα): ΟΙΚΟΝ. κάρτα αυτόματων συναλλαγών με την οποία το οφειλόμενο ποσό πληρώνεται κατευθείαν από τον λογαριασμό του κατόχου, χωρίς να επιβαρυνθεί με τόκους: προπληρωμένη ~ ~. Πβ. πλαστικό χρήμα. Βλ. κάρτα αναλήψεων/μετρητών, πιστωτική (κάρτα), χρυσή κάρτα. [< αγγλ. debit card, 1975] [< μεσν. χρεωστικός]

χρυσός

χρυσόςχρυ-σός ουσ. (αρσ.) 1. ΧΗΜ. ευγενές μεταλλικό στοιχείο (σύμβ. Au, Ζ 79) λαμπερού κίτρινου χρώματος, που αποτελεί το πολυτιμότερο μέταλλο και χρησιμοποιείται κυρ. στη χρυσοχοΐα: ακατέργαστος/καθαρός/οξειδωμένος/χυτός ~. Κόκκινος/λευκός (πβ. λευκόχρυσος) ~. ~ ... καρατίων. Εργοστάσιο/μεταλλείο/ορυχείο (= χρυσωρυχείο) ~ού. Το βάρος/η καθαρότητα του ~ού. Περιεκτικότητα σε ~ό. Ο ~ τήκεται. Βλ. ασήμι, παλλάδιο, πλατίνα.|| Κοσμήματα από ~ό (= χρυσά· πβ. μάλαμα, χρυσό). Βλ. ψευδόχρυσος.|| (μτφ., για κάτι πολύτιμο:) Πράσινος ~ (: το ελαιόλαδο). 2. ΟΙΚΟΝ. το αντίστοιχο μέταλλο ως χρηματοοικονομικό μέσο: αγορά/διαπραγμάτευση/κέρδη/ρευστοποιήσεις/υπερτίμηση ~ού. Η αξία/κίνηση του ~ού. Επενδύσεις/ισοτιμία/κεφάλαια/συναλλαγές σε ~ό. Στα ύψη ο ~.|| Νομισματικός ~ (: φυλάσσεται σε ράβδους στην κεντρική τράπεζα ενός κράτους και αποτελεί κρατικό περιουσιακό στοιχείο). 3. (κατ' επέκτ.) πλούτος, ακριβά αντικείμενα, πολυτέλεια, χρήματα: Αγαπά τον ~ό (= χρυσάφι). ● ΣΥΜΠΛ.: μαύρος χρυσός: το πετρέλαιο: η τρελή κούρσα του ~ου ~ού. Σε επίπεδα ρεκόρ ο ~ ~. [< αγγλ. black gold, 1910, γαλλ. l'or noire, 1937] , ράβδος χρυσού βλ. ράβδος, ρήτρα συναλλάγματος/(ξένου) νομίσματος/χρυσού/τιμαρίθμου βλ. ρήτρα ● ΦΡ.: ό,τι αγγίζει γίνεται χρυσός/χρυσάφι: ό,τι κάνει στέφεται με μεγάλη επιτυχία, είναι πολύ τυχερός. Πβ. Μίδας., πληρώνω κάποιον/κάτι χρυσό: χρυσοπληρώνω., η σιωπή είναι χρυσός βλ. σιωπή, ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός βλ. λάμπω [< αρχ. χρυσός, γαλλ. or, αγγλ. gold]

χτυπώ

χτυπώ[χτυπῶ] χτυ-πώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {χτυπ-άς ..., -ούν (προφ.) -άνε, -ώντας | χτύπ-ησα, -ήσει, -ιέμαι, -ήθηκα, -ηθεί, -ημένος} & χτυπάω & κτυπώ 1. ασκώ δύναμη σε κάτι, ώστε να παράγεται ήχος ή να εκτελείται μια ενέργεια: ~ την πόρτα (πβ. βαρώ). ~άει το ντέφι/τις χορδές της κιθάρας (πβ. κρούω). ~ παλαμάκια (πβ. χειροκροτώ).|| ~ τα πλήκτρα (= πληκτρολογώ). (ΑΘΛ.) ~ησε (= εκτέλεσε) το κόρνερ/πέναλτι. Τον ~ησε φιλικά στην πλάτη. (προφ.) ~ το εισιτήριο (= επικυρώνω).|| ~άει το κουδούνι/το ξυπνητήρι/ο συναγερμός/το τηλέφωνο. ~άνε οι καμπάνες (πβ. ηχώ, σημαίνω)/τα τύμπανα. Το ρολόι ~ησε μεσάνυχτα.|| ~ούν τα δόντια μου από το κρύο. Η καρδιά μου ~άει (= πάλλεται) δυνατά (: έχω αγωνία, καρδιο~). 2. ασκώ σωματική δύναμη, βία, καταφέρω πλήγμα: ~ (κάποιον) αλύπητα/βάναυσα/θανάσιμα (πβ. βαρώ, δέρνω, ξυλοκοπώ). ~ησε στο πρόσωπο/σαγόνι. Τον ~ησαν με γροθιές/κλομπ/ρόπαλο. Τα παιδιά ~ιούνταν στην αυλή (πβ. τσακώνομαι).|| (προφ.) Με ~άνε (: με κόβουν, στενεύουν) τα παπούτσια.|| Τους ~ησαν με όπλα/~ήθηκε από σφαίρα (πβ. πυροβολώ). Είναι άσχημα/βαριά/ελαφριά ~ημένος (: λαβω-, πληγω-μένος). (μτφ.) ~ημένος από (τον) καρκίνο. 3. πέφτω ορμητικά πάνω σε κάτι ή κάποιον: Η μοτοσικλέτα ~ησε στο μπροστινό μέρος του οχήματος (πβ. συγκρούομαι, τρακάρω). Η μπάλα ~ησε στο δοκάρι/ταμπλό. ~ημένο: αυτοκίνητο (= τρακαρισμένο).|| (προσκρούω πάνω σε κάτι και τραυματίζομαι:) ~ησα στο κεφάλι/στο πόδι. Έχω μώλωπες στο σημείο που ~ησα. Γλίστρησε και ~ησε. Τον ~ησε φορτηγό. ~ημένο: χέρι (= τραυματισμένο).|| (μτφ.) Τον ~ησε κεραυνός/το ρεύμα. Μέρος που το ~άει ο αέρας/άνεμος. Με ~ησε (= βάρεσε) η ζέστη (στο κεφάλι). Σε έχει ~ήσει ο έρωτας κατακούτελα. 4. προκαλώ καταστροφή, προσβάλλω, πλήττω: ~ τον αντίπαλο (πβ. επιτίθεμαι). Οι ληστές έχουν ~ήσει πολλές φορές στη γειτονιά (πβ. κλέβω, ληστεύω). ~ησε ο εγκέλαδος/τυφώνας.|| Επικίνδυνος ιός ~ά τους υπολογιστές (πβ. βλάπτω).|| (μτφ.) Τα σκάνδαλα ~ούν τον αθλητισμό. Οικονομία/χώρα που έχει ~ηθεί από την κρίση. 5. (μτφ.-προφ.) αντιμετωπίζω αποτελεσματικά προβληματική ή ανταγωνιστική κατάσταση: ~ούν τη διαφθορά/το κατεστημένο/το παραεμπόριο (πβ. καταπολεμώ, πατάσσω).|| Με το νέο μοντέλο η επιχείρηση θα ~ήσει την αγορά. Πβ. ανταγωνίζομαι. 6. ανακατεύω, κουνώ με δύναμη: ~ τον φραπέ. ~ τα υλικά στο γουδί/μίξερ/μπλέντερ/σέικερ. ~άμε τ' ασπράδια στο μπολ να γίνουν μαρέγκα. Πβ. αναδεύω, αναταράζω. 7. (μτφ.-προφ.) πετυχαίνω στόχο, κατακτώ κάτι ή εκτελώ έργο με έντονο τρόπο: Η εκπομπή ~άει υψηλά νούμερα τηλεθέασης. Η ομάδα θα προσπαθήσει να ~ήσει μετάλλιο/την πρώτη θέση (πβ. διεκδικώ). ~ησα ένα φόρεμα στις εκπτώσεις (: αγόρασα)! Η θερμοκρασία ~ησε τους (: ανέβηκε στους) 38 βαθμούς. Πάμε να ~ήσουμε μπριζόλες (: να τσακίσουμε, φάμε).|| ~ (: δουλεύω) δεκάωρα κάθε μέρα στη δουλειά. (στρατιωτική αργκό) ~άει σκοπιές/υπηρεσίες (: κάνει). 8. (μτφ.-προφ.) υπενθυμίζω σε κάποιον κάτι που έκανε, κατακρίνοντάς τον: Άργησα κι εγώ μια φορά και θα μου το ~άς (= κοπανάς) συνέχεια; 9. (μτφ.-προφ.) κατηγορώ, επικρίνω: ~άνε το έργο του. Τους ~άνε τα ΜΜΕ. Πβ. βάλλω, μέμφομαι, πολεμώ. ● Παθ.: χτυπιέμαι (προφ.): κάνω εντατικά ή με ένταση κάτι· εκδηλώνω με έντονες σωματικές κινήσεις την οργή ή τα νεύρα μου: ~ιέται στο γυμναστήριο/στα κλαμπ (: χορεύει έντονα).|| ~ιόταν φωνάζοντας. Πβ. οδύρομαι. ΣΥΝ. κοπανιέμαι ● ΦΡ.: μου χτυπάει & χτυπάει (προφ.): μου προκαλεί εντύπωση, συνήθ. αρνητική: Δεν ~ ~ησε καλά αυτό που είπε. ~ ~ησαν άσχημα αυτά που διάβασα. Η αντίδρασή/το ύφος του χτυπάει περίεργα. Βλ. μου φαίνεται., που να/(όσο) και να χτυπιέσαι (προφ.): για να δηλωθεί ότι κάτι δεν πρόκειται να γίνει σε καμιά περίπτωση, όσο κι αν προσπαθήσει κάποιος: ~ ~ δεν θα σε δεχτεί. Δεν τους ξαναδίνω λεφτά ~ ~ιούνται κάτω., χτύπα/να χτυπήσω ξύλο!: ως έκφραση αποτροπής δυσάρεστων καταστάσεων, που συχνά συνοδεύεται από αντίστοιχη κίνηση: ~ ~! Είμαι μια χαρά στην υγεία μου. Βλ. ματιάζω. ΣΥΝ. κουνήσου από τη θέση σου, κούφια η ώρα (που τ' ακούει), φάε/δάγκωσε/κατάπιε τη γλώσσα σου!, χτυπάει τις τιμές (στο εμπόριο): παρέχει υπηρεσίες, πουλά προϊόντα σε ανταγωνιστικές ή αντίθετα σε αρκετά υψηλές τιμές: Η εταιρεία με πιο φτηνές χρεώσεις έρχεται να ~ήσει ~.|| Δεν υπάρχει άλλο μαγαζί στην περιοχή και έτσι ~ ~ (ΑΝΤ. μειώνει, ρίχνει τις τιμές)., χτυπάω εκεί που πονάει (μτφ.): θίγω το ευαίσθητο σημείο: Οι δηλώσεις/υπαινιγμοί του ~άνε εκεί που πονάμε περισσότερο., χτυπάω κάρτα: εισάγω κάρτα σε μηχάνημα, για να καταγραφεί η ώρα προσέλευσης ή αποχώρησής μου από τον χώρο εργασίας· γενικότ. δίνω το παρών κάπου μια συγκεκριμένη ώρα: ~ει ~ στην υπηρεσία του.|| (μτφ.) ~άμε ~ κάθε μεσημέρι στην καφετέρια., βαράει προσοχή/προσοχές βλ. προσοχή, βαράω/χτυπάω ενέσεις βλ. ένεση, βαράω/χτυπάω μπιέλα/μπιέλες βλ. μπιέλα, βαράω/χτυπάω το κεφάλι μου (στον τοίχο) βλ. κεφάλι, βγάζει μάτι/χτυπάει στο μάτι βλ. μάτι, για ποιον χτυπά(ει) η καμπάνα; βλ. καμπάνα1, η καρδιά μου χτυπάει σαν ταμπούρλο βλ. καρδιά, θα σε χτυπήσω (κάτω) σαν χταπόδι! βλ. χταπόδι, κάτι μου χτυπάει την πόρτα βλ. πόρτα, λύνομαι/χτυπιέμαι στο γέλιο/στα γέλια βλ. γέλιο, μου τη δίνει/μου τη σπάει βλ. δίνω, πάρε τον ένα(ν) (και) χτύπα τον άλλον βλ. παίρνω, που να/όσο και να χτυπάς τον κώλο σου κάτω βλ. κώλος, στο κόκκινο/χτυπάω κόκκινο βλ. κόκκινος, το θερμόμετρο χτυπάει/χτύπησε κόκκινο βλ. θερμόμετρο, το(ν) βλέπει/χτυπά(ει) ο ήλιος βλ. ήλιος, χτυπάει/βαράει (κάποιον) στο κεφάλι βλ. κεφάλι, χτυπάει/κρούει το καμπανάκι βλ. καμπανάκι, χτυπάω πόρτες βλ. πόρτα, χτύπησε κέντρο βλ. κέντρο, χτυπιέμαι (κάτω) σαν χταπόδι βλ. χταπόδι, χτυπώ λάθος πόρτα βλ. πόρτα, χτυπώ φλέβα βλ. φλέβα, χτυπώ/αντιμετωπίζω/καταπολεμώ/πολεμώ το κακό στη ρίζα του βλ. ρίζα, χτυπώ/βαρώ/ρίχνω/πυροβολώ στο ψαχνό βλ. ψαχνό [< μεσν. χτυπώ < αρχ. κτυπῶ ‘αντηχώ, βροντώ’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.