Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • καβγάς κα-βγάς ουσ. (αρσ.) {-ά | -άδες} & καυγάς (προφ.): διαπληκτισμός, μάλωμα, τσακωμός: ατέλειωτοι/καθημερινοί/οικογενειακοί/συζυγικοί/συχνοί ~άδες. ~ ανάμεσα σε .../μεταξύ ... Άρχισε/γίνεται/ξέσπασε (άγριος/τρικούβερτος/χοντρός) ~. Ο ~ δεν άργησε ν΄ ανάψει (= φουντώσει). Η συζήτηση κατέληξε σε ~ά. Ενεπλάκη σε ~ά. Πάνω στον ~ά, πιάστηκαν στα χέρια. Πβ. λογομαχία, πανηγύρι, φιλονικία. Βλ. μικρο~, σκυλο~. ● Υποκ.: καβγαδάκι (το): ασήμαντη διαφωνία, συνήθ. ζευγαριού, με αίσιο τέλος: ερωτικό ~. Είχαν ένα μικρό ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ομηρικοί καβγάδες βλ. ομηρικός ● ΦΡ.: στήνω καβγά: αρχίζω να καβγαδίζω., έχει λυμένο/λυτό το ζωνάρι του για καβγά βλ. ζωνάρι, ο καβγάς είναι για το πάπλωμα βλ. πάπλωμα, τρώει τα νύχια του για καβγά βλ. νύχι [< μεσν. καβγάς, τουρκ. kavga]

ζωνάρι

ζωνάριζω-νά-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) & (λαϊκότ.) ζουνάρι: φαρδιά ζώνη, συνήθ. από ύφασμα, που τυλίγεται γύρω από τη μέση: μεταξωτό ~. Ανδρική (παραδοσιακή) ενδυμασία με μακρύ μάλλινο ~. Βλ. λουρί, ζωστήρας. ● ΦΡ.: έχει λυμένο/λυτό το ζωνάρι του για καβγά: αναζητά αφορμή για καβγά, είναι έτοιμος να τσακωθεί, έχει εριστική διάθεση. Πβ. αρπάζομαι., το ζωνάρι της Παναγίας: το ουράνιο τόξο., σφίγγω το ζωνάρι (μου) βλ. σφίγγω [< μεσν. ζωνάρι]

νύχι

νύχινύ-χι ουσ. (ουδ.) {νυχ-ιού | -ιών} 1. καθεμία από τις σκληρές, κεράτινες προστατευτικές πλάκες που αναπτύσσονται στο άκρο κάθε δαχτύλου των χεριών και των ποδιών του ανθρώπου: η ρίζα του ~ιού. Βαμμένα (βλ. ασετόν, μανό)/βρόμικα/εύθραυστα/καθαρά/κίτρινα/κομμένα/μακριά/σπασμένα/τετραγωνισμένα/τεχνητά/φαγωμένα ~ια. Λίμα/περιποίηση/σκληρυντικό/ψαλιδάκι ~ιών (βλ. μανικιούρ, πεντικιούρ). Λευκά στίγματα/μύκητες στα ~ια. Ξύνω με το ~ μου. Τρώει τα ~ια του (βλ. ονυχοφαγία). ΣΥΝ. όνυχας1 (1) 2. καθένα από τα αντίστοιχα μυτερά και γαμψά κεράτινα περιβλήματα των ποδιών στα πτηνά και ορισμένα θηλαστικά· χηλή, οπλή: Η γάτα γδέρνει τον καναπέ με τα ~ια της. Ο αετός άρπαξε τον λαγό με τα δυνατά του ~ια.|| (μτφ.) Τα ~ια της εξουσίας (βλ. σαγόνι). 3. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε έχει αντίστοιχο σχήμα: το ~ της άγκυρας/ζάντας. ● Μεγεθ.: νυχάρα (η) ● ΦΡ.: (πατώ/περπατώ) στα νύχια (των ποδιών): προσπαθώντας να μην κάνω θόρυβο (για να μη με αντιληφθούν). Πβ. στις μύτες (των ποδιών)., είναι νύχι-κρέας/σαν το νύχι με το κρέας (προφ.): για πρόσωπα που έχουν πολύ στενή σχέση ή για καταστάσεις που συνδέονται άμεσα: Είναι συνέχεια μαζί, σαν το ~ ~. Πβ. κώλος και βρακί, φηλί-κλειδί.|| Οικονομική κρίση και ανεργία είναι ~ ~., με νύχια και με δόντια (μτφ.): με όλες μου τις δυνάμεις, με πάθος: Αγωνίστηκαν/αμύνθηκαν/αντιστάθηκαν/πάλεψαν ~ ~., όποιος δεν έχει νύχια να ξυστεί ... & αλίμονο σ' αυτόν που δεν έχει νύχια να ξυστεί (παροιμ.): αλίμονο σε αυτόν που δεν μπορεί να στηριχτεί στις δυνάμεις του., στα/από τα νύχια κάποιου (μτφ.): στην/από την παγίδα: Έπεσε στα ~ εκβιαστών/εμπόρων του λευκού θανάτου.|| Γλίτωσε/ξέφυγε από τα ~ του., τρώει τα νύχια του για καβγά & (σπάν.) ξύνει τα νύχια του για καβγά (παροιμ.): ψάχνει να βρει αφορμή να τσακωθεί, είναι οξύθυμος., ακονίζουν τα μαχαίρια βλ. ακονίζω, από την κορυφή ως τα νύχια βλ. κορυφή, δείχνει τα δόντια/τα νύχια (του) βλ. δόντι, θα/να μυρίσω τα δάχτυλά μου/τα νύχια μου; βλ. μυρίζω ● βλ. νυχάκι [< μεσν. νύχι(ν), γαλλ. ongle, αγγλ. nail]

ομηρικός

ομηρικός, ή, ό [ὁμηρικός] ο-μη-ρι-κός επίθ. 1. ΦΙΛΟΛ. που σχετίζεται με τον Όμηρο και το έργο του: ~ός: ήρωας. ~ή: γλώσσα/έρευνα/ποίηση. ~ό: ζήτημα (: τα προβλήματα που αφορούν τον τρόπο σύνθεσης των ομηρικών επών Οδύσσειας και Ιλιάδας, τη χρονολόγησή τους και την απόδειξη ταυτότητας του δημιουργού τους). ~οί: στίχοι (βλ. δακτυλικό εξάμετρο)/Ύμνοι (: συλλογή ποιημάτων προς τιμή των θεών της ελληνικής μυθολογίας). ~ές: σκηνές/σπουδές. 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από μεγάλη ένταση, σφοδρότητα: ~ές: διαφωνίες/μάχες/συγκρούσεις. ~α: γέλια (= δυνατά, τρανταχτά). ● ΣΥΜΠΛ.: ομηρικοί καβγάδες: πολύ έντονοι: Έχουμε κάνει ~ούς ~ για το ... [< αρχ. ὁμηρικός, αγγλ. homeric, γαλλ. homerique]

πάπλωμα

πάπλωμαπά-πλω-μα ουσ. (ουδ.) {παπλώμ-ατος | -ατα} 1. κλινοσκέπασμα γεμισμένο με βαμβάκι, μαλλί, πούπουλα, υαλοβάμβακα ή άλλο υλικό: διπλό/μονό/υπέρδιπλο ~. Βλ. κουβέρτα. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ινώδες θερμοηχομονωτικό υλικό: οικοδομικό ~. ~ πετροβάμβακα/υαλοβάμβακα. ~ με κοτετσόσυρμα. ● Υποκ.: παπλωματάκι (το) ● ΦΡ.: απλώνω τα πόδια μου μέχρι/ως εκεί που φτάνει το πάπλωμά μου (μτφ.-προφ.): ενεργώ βάσει των δυνατοτήτων μου., ο καβγάς είναι για το πάπλωμα (μτφ.-προφ.): η πραγματική αλλά κρυφή αιτία της σύγκρουσης είναι το συμφέρον., τον πλάκωσε το πάπλωμα (ειρων.): άργησε να ξυπνήσει. [< μεσν. (ε)πάπλωμα < ἐφάπλωμα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.