Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • καθίζω κα-θί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κάθι-σα, -σμένος} 1. βάζω κάποιον να καθίσει: Με ~σε απέναντί του/κάτω. Βλ. ανα~. 2. (λαϊκό-λογοτ.) κάθομαι. ● καθίζει: (για πλοίο) προσαράζει. ● ΦΡ.: καθίζω κάποιον/κάθομαι στο σκαμνί βλ. σκαμνί [< αρχ. καθίζω]

σκαμνί

σκαμνίσκα-μνί ουσ. (ουδ.) {σκαμν-ιού}: χαμηλό κάθισμα χωρίς πλάτη και μπράτσα: ξύλινο ~. ~ κουζίνας. Πτυσσόμενα ~ιά. Ανεβαίνω/κάθομαι στο ~. Τραπέζι με ~ιά. Πβ. σκαμπό. Βλ. καρέκλα, πουφ, ταμπουρέ. ● ΦΡ.: καθίζω κάποιον/κάθομαι στο σκαμνί & στο σκαμνί (μτφ.-προφ.): τον καταγγέλλω· λογοδοτώ στη δικαιοσύνη: Θα τον καθίσει ~ για παράβαση καθήκοντος.|| Κάθισε ~ για υπόθεση τοκογλυφίας. Πβ. στο εδώλιο (του κατηγορουμένου). [< μεσν. σκαμνί(ον) < λατ. scamnum]