Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • καθαριστικός , ή, ό κα-θα-ρι-στι-κός επίθ.: που είναι κατάλληλος για καθαρισμό ή σχετίζεται με αυτόν: ~ός: αφρός (οθόνης). ~ή: αλοιφή/κρέμα. ~ό: διάλυμα/σπρέι. ~ά: είδη/προϊόντα/υλικά. Υγρό με άριστη/ισχυρή ~ή δράση. Πβ. απολυμαντικός, απορρυπαντικός. Βλ. εκ~. ● Ουσ.: καθαριστικό (το): ενν. προϊόν ή ουσία: υγρό ~. ~ δαπέδων/επίπλων/πιάτων/φακών επαφής/χεριών (βλ. σαπούνι). ~-γυαλιστικό/λευκαντικό. Ήπιο ~ προσώπου. Ισχυρά/χημικά ~ά. Βλ. χλωρο-1.[< αγγλ. clean(s)er] [< μτγν. καθαριστικός ‘έξαγνιστικός’]