Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • καθαρός , ή, ό κα-θα-ρός επίθ. {κ. (λόγ.) θηλ. -ά} 1. που δεν έχει ίχνος ξένου και επιβαρυντικού ή βλαβερού στοιχείου: ~ά: ρούχα/σεντόνια (: χωρίς λεκέδες, πλυμένα). ~ά: μαλλιά/χέρια. (εμφατ.) Έκανε μπάνιο και είναι ~. Πβ. κατα-, ολο-, πεντα-κάθαρος, παστρικός. ΑΝΤ. άπλυτος.|| ~ό: πρόσωπο (: χωρίς σπυράκια, στίγματα).|| ~ή: τουαλέτα (βλ. απολύμανση). ~ό και τακτοποιημένο σπίτι. Βλ. υγιεινή.|| (χωρίς σκουπίδια:) ~ή: πόλη. ~ές: ακτές/θάλασσες/παραλίες. ΑΝΤ. ακάθαρτος, βρόμικος.|| ~ή: ατμόσφαιρα (: χωρίς ρύπους). ~ό: περιβάλλον. ΑΝΤ. μολυσμένος.|| ~ή: αναπνοή (ΑΝΤ. δύσοσμη).|| (προφ., χωρίς παθολογικά ευρήματα:) Η ακτινογραφία/μαγνητική τομογραφία βγήκε ~ή. Οι εξετάσεις του είναι ~ές. 2. (κατ' επέκτ.) που διατηρεί τον εαυτό του ή το περιβάλλον του στην αντίστοιχη κατάσταση· (ΟΙΚΟΛ.) που δεν μολύνει, δεν ρυπαίνει: ~ή: γυναίκα (πβ. νοικοκυρά). ~ό: ζώο/παιδί. ΑΝΤ. βρομιάρης.|| ~ή: τεχνολογία. ~ές: πηγές ενέργειας (= ανανεώσιμες/εναλλακτικές). ~ά: αυτοκίνητα (= υβριδικά). Πβ. πράσινος. 3. (μτφ.) διαυγής: ~ός: καιρός (= αίθριος)/ουρανός (πβ. ανέφελος, ασυννέφιαστος, ξάστερος). ~ό: νερό (= διάφανο)/φως/χρώμα.|| (για πνευματική διαύγεια:) Δες το με πιο ~ή σκέψη/~ό μάτι/νου! ΣΥΝ. καθάριος (1) 4. (κατ' επέκτ.) ευδιάκριτος, ευκρινής: ~ή: εικόνα/όραση. ~ές: φωτογραφίες. ΑΝΤ. θαμπός, θολός.|| ~ός: ήχος. ~ή: άρθρωση/φωνή.|| ~ό: γραπτό/τετράδιο (: χωρίς μουτζούρες, διορθώσεις). ~ά: γράμματα (= ευανάγνωστα). 5. (κατ' επέκτ.) αμιγής, ατόφιος, γνήσιος: ~ό: ασήμι/χρυσάφι.|| ~ή: βενζίνη. ~ό: λάδι/πετρέλαιο. ΣΥΝ. ανόθευτος.|| ~ό: μαλλί (: παρθένο)/οινόπνευμα.|| ~ά: προϊόντα (: βιολογικά, χωρίς συντηρητικά).|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ός: μισθός. ~ή: αξία/απόδοση/αύξηση/εισροή/θέση (έναρξης περιόδου)/τιμή. ~ό: εισόδημα/επιτόκιο/κόστος/όφελος/ποσό. ~ές: αποδοχές/δαπάνες. ~ά: έσοδα. ΣΥΝ. νέτος. ΑΝΤ. ακαθάριστος, μικτός.|| ~ός: όγκος. ~ή: επιφάνεια (: χώρου σε τ.μ., χωρίς διαδρόμους και τοίχους). ~ό: εμβαδόν.|| (μτφ.) ~ή: ευτυχία. ~ό: ροκ.|| ~ (= καθαρόαιμος) γερμανικός ποιμενικός. 6. (μτφ.) αγνός, ακέραιος, άμεμπτος, τίμιος: Είναι ~ στην ψυχή. Πβ. αδιάφθορος, ακηλίδωτος, άσπιλος, ηθικός.|| ~ή: καρδιά. ~ές: προθέσεις. ~ά: κίνητρα. Έχω τη συνείδησή μου ~ή (: δεν έχω τύψεις).|| ~ό: ποινικό μητρώο (= λευκό· ΑΝΤ. βεβαρυμένο). ~οί: λογαριασμοί. ~ές: δουλειές (= παστρικές). ΑΝΤ. βρόμικος (2) 7. (μτφ.) ξεκάθαρος, σαφής: ~ός: λόγος. ~ή: άρνηση. ~ές: απαντήσεις/εξηγήσεις/κουβέντες. ΑΝΤ. ασαφής, διφορούμενος, μπερδεμένος, συγκεχυμένος.|| ~ός: εκβιασμός. ~ή: προειδοποίηση. Πβ. απερίφραστος, απροκάλυπτος, ευθύς.|| ~ό: περίγραμμα. Λιτές και ~ές γραμμές. ΣΥΝ. απλός, μινιμαλιστικός. ΑΝΤ. ακαθόριστος, πολύπλοκος, σύνθετος. 8. αδιαμφισβήτητος: ~ή: νίκη/πρωτιά.|| ~ό: γκολ/πέναλτι. Να κερδίσουμε με ~ό σκορ (: χωρίς να δεχτεί η ομάδα γκολ).|| (επιτατ.) ~ή: αδικία/ανοησία/απάτη/σύμπτωση/τρέλα (πβ. σκέτος). Επέζησε από ~ή τύχη! 9. (επιστ.) ο οποίος στηρίζεται στη λογική, είναι δηλ. ανεξάρτητος από την εμπειρία και τις αισθητικές εντυπώσεις· που δεν στοχεύει στην πρακτική εφαρμογή: (ΦΙΛΟΣ.) ~ός: λόγος. ~ή: βούληση/γνώση. Πβ. απριόρι.|| ~ή: επιστήμη/έρευνα/θεωρία. ~ά: μαθηματικά. Πβ. θεωρητικός. ΑΝΤ. εφαρμοσμένος.|| ~ή: τέχνη. Βλ. η τέχνη για την τέχνη. 10. (αργκό) που δεν παίρνει (πια) ναρκωτικά ή αναβολικά: Έμεινε ~ για ... μήνες.|| ~οί: αθλητές (ΑΝΤ. ντοπαρισμένοι). ● Ουσ.: καθαρό (το): (σχολικός όρ.) τετράδιο όπου καθαρογράφονται πρόχειρες σημειώσεις· το καλό. Βλ. πρόχειρο. ● Υποκ.: καθαρούλης , α, -ικο/-ι, καθαρούτσικος , η, ο ● επίρρ.: καθαρά 1. με σαφήνεια, ξεκάθαρα: Αναγράφεται/αναφέρεται/διακρίνεται/φαίνεται ~ ότι ... Μίλα αργά και ~!|| Δεν ακούω/βλέπω ~.|| Μου είπε ~ (= ευθέως, στα ίσα, χωρίς περιστροφές) ότι ... Πβ. ευκρινώς. 2. απόλυτα, μόνο: παραίτηση για ~ προσωπικούς λόγους. Είναι ~ δική μου υπόθεση (= αποκλειστικά)! 3. χωρίς κρατήσεις: Βγάζει/ζητάει χίλια ευρώ ~. ΑΝΤ. μικτά 4. τίμια: Νίκησε ~ και δίκαια. ● ΣΥΜΠΛ.: καθαρό βάρος: το βάρος προϊόντος μετά την αφαίρεση του απόβαρου της συσκευασίας. Πβ. μάζα. ΑΝΤ. μικτό/ακαθάριστο βάρος, Καθαρά/Καθαρή Δευτέρα βλ. Δευτέρα, καθαρό εγχώριο προϊόν βλ. προϊόν, καθαρό εθνικό προϊόν βλ. προϊόν, καθαρό κέρδος βλ. κέρδος ● ΦΡ.: (έχω) καθαρά χέρια (μτφ.): (είμαι) έντιμος., βγαίνω καθαρός (προφ.): κρίνομαι αθώος., παίζω καθαρό παιχνίδι/καθαρά (προφ.): κάνω τίμιες συναλλαγές, δεν προσπαθώ να εξαπατήσω., για να λέμε/πούμε/πω την (καθαρή/μαύρη) αλήθεια βλ. αλήθεια, καθαρά και ξάστερα βλ. ξάστερος, καθαρός ουρανός αστραπές δεν φοβάται βλ. αστραπή, με το μέτωπο/κούτελο καθαρό/ψηλά βλ. μέτωπο [< αρχ. καθαρός, γαλλ. net, pur]

αλήθεια

αλήθεια[ἀλήθεια] α-λή-θεια ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -είας} 1. αυτό που συμφωνεί με ό,τι πραγματικά υπάρχει ή συμβαίνει, γενικότ. η ίδια η πραγματικότητα: αδιάσειστη/αναμφισβήτητη/αναπόφευκτη/αντικειμενική/απλή/γυμνή (: χωρίς ενδοιασμούς για την αποκάλυψή της)/δυσάρεστη/επώδυνη/ιστορική/μισή/προφητική/σκληρή/υποκειμενική/ωμή ~. Αποδεικνύω/αποκρύπτω/αποσιωπώ/βλέπω/γνωρίζω/μαθαίνω/παραδέχομαι/συνειδητοποιώ την ~. Αναζήτηση/αποκατάσταση/γνώση/διαστρέβλωση/εύρεση της ~ας. Αποκαλύφθηκε/έλαμψε η ~. Η ~ βρίσκεται (κάπου) στη μέση. Τελικά ποια είναι η ~; Δεν λέει πάντοτε την ~. Ο ισχυρισμός/η ομολογία του δεν ανταποκρίνεται στην ~. Αντιλαμβάνονται την ~ με διαφορετικό τρόπο. Θα σας πω πικρές ~ειες. Mύθοι/παραμύθια και ~ειες για το Διάστημα. Βλ. φιλ~.|| (σε όρκο ενώπιον δικαστηρίου) Ορκίζομαι να πω την ~ και μόνο την ~.|| (ΓΛΩΣΣ.) Συνθήκες ~είας (: προϋποθέσεις που πρέπει να ισχύουν, για να θεωρηθεί αληθές το περιεχόμενο των προτάσεων). ΑΝΤ. αναλήθεια, πλάνη1, ψέμα (1), ψεύδος 2. η ιδιότητα κάποιου πράγματος να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα: Αμφισβητώ/αποδεικνύω/ελέγχω/εξακριβώνω/επιβεβαιώνω την ~ των επιχειρημάτων/των καταγγελιών/των λόγων/της μαρτυρίας. Πβ. ακρίβεια, εγκυρότητα, ορθότητα. 3. αρχή, γνώση για την οποία δεν αμφιβάλλει κανείς: αιώνια/απόλυτη/άρρητη/αυταπόδεικτη/βιβλική/διαχρονική/δογματική/επιστημονική/θεμελιώδης/ιστορική/μαθηματική/μεταφυσική/(οντο)λογική/φιλοσοφική/χριστιανική ~. Κρυφές ~ειες. Αμφισβήτηση θεμελιωδών ~ειών. Πβ. αξίωμα. 4. γενικά παραδεκτή άποψη: Είπε μια μεγάλη ~. Στη συζήτηση ακούστηκαν πολλές ~ειες. Βλ. απόφθεγμα, σοφία. ● ΣΥΜΠΛ.: δόση/ίχνος αλήθειας: μέρος, ποσοστό, βαθμός αλήθειας: Δεν υπάρχει ~ ~ (= η παραμικρή αλήθεια) στους ισχυρισμούς της/στο δημοσίευμα. Υπάρχει αρκετή/κάποια/μια δόση ~ στις φήμες., ορός της αλήθειας & (λόγ.) ορός αληθείας: ουσία που προκαλεί ελαφριά νάρκωση και χορηγείται, για να ωθήσει αυτόν που ανακρίνεται, να μιλήσει ελεύθερα. Βλ. ανιχνευτής ψεύδους, ναρκανάλυση. [< αγγλ. truth serum, 1924, γαλλ. sérum de vérité] , τιμή αληθείας: η αλήθεια ή αναλήθεια μίας πρότασης ή δήλωσης: Το σύστημα της λογικής που εισηγήθηκε ο Αριστοτέλης βασίζεται στην αρχή ότι μία πρόταση μπορεί να λάβει δύο ~ές ~, την αλήθεια ή το ψεύδος. [< αγγλ. truth-value, 1903] ● ΦΡ.: από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια (παροιμ.): τα παιδιά και οι ψυχικά ασθενείς εκφράζονται με μεγαλύτερο αυθορμητισμό και ειλικρίνεια., για να λέμε/πούμε/πω την (καθαρή/μαύρη) αλήθεια: πρέπει να παραδεχτώ ή να αναγνωρίσω ότι: ~ ~, έφταιγες κι εσύ λίγο/τέτοια εξέλιξη δεν την περιμέναμε., η αλήθεια είναι/είναι αλήθεια ότι/πως (εμφατ.): είναι γεγονός, η πραγματικότητα είναι ότι ... : ~ ~ δεν μου αρέσει .../εργάστηκε πολύ σκληρά., η στιγμή/ώρα της αλήθειας: η ώρα της κρίσης, η στιγμή για κάτι σημαντικό: Έρχεται/έφτασε/πλησιάζει ~ ~. [< αγγλ. the moment of truth, 1932] , μα την αλήθεια (προφ.): έκφρ. επιβεβαίωσης: Ευχάριστη έκπληξη ~ ~! Ήθελα, ~ ~, να ήξερα πού βρίσκεται αυτή τη στιγμή!, αυτό/η αλήθεια/το σωστό να λέγεται βλ. λέω [< αρχ. ἀλήθεια, γαλλ. vérité, αγγλ. truth, γερμ. Wahrheit]

αστραπή

αστραπή

[ἀστραπή] α-στρα-πή ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΦ. έντονη και σύντομη λάμψη που προκαλείται από ηλεκτρική εκκένωση στην ατμόσφαιρα ανάμεσα σε δύο διαφορετικά σύννεφα ή σε τμήματα του ίδιου σύννεφου: σφαιρικές ~ές (: που μοιάζουν με φωτεινές σφαίρες). Μια ~ φώτισε τον ουρανό. Το φως της ~ής και ο ήχος της βροντής. Κεραυνοί/μπουμπουνητά και ~ές. ~ές και καταιγίδες. Πέφτουν/ρίχνει ~ές (= αστράφτει).|| (λόγ.) Εν μέσω ~ών και βροχής. Βλ. αστροπελέκι.|| (μτφ.) Μάτια που πετούσαν ~ές (= σπίθες, φλόγες, φωτιές). 2. (μτφ.) για να δηλωθεί κάτι πολύ γρήγορο, σύντομο, βιαστικό: (ως παραθετικό σύνθ.) επίσκεψη-/ταξίδι-~. Πόλεμος-~ (: που είχε πάρα πολύ μικρή διάρκεια). Γκολ-~ (: που μπήκε στην αρχή του παιχνιδιού). Δίαιτες-~ και διατροφικές ακρότητες. Πβ. εξπρές.|| (με επιρρ. χρ.) Έφυγε ~. Πβ. βολίδα, πύραυλος, σφαίρα. ● ΦΡ.: καθαρός ουρανός αστραπές δεν φοβάται (παροιμ.): ο τίμιος και ευσυνείδητος δεν φοβάται την κριτική και τον έλεγχο., με αστραπιαία ταχύτητα/με ταχύτητα αστραπής: πάρα πολύ γρήγορα: Οι φλόγες εξαπλώθηκαν ~ ~. Οι φήμες κυκλοφορούν ~ ~., σαν αστραπή 1. πάρα πολύ γρήγορα: Όλα έγιναν ~ ~. Νέο που διαδόθηκε ~ ~. Το τρένο περνούσε ~ ~. Έτρεξε/όρμησε ~ ~. 2. για να δηλωθεί κάτι πολύ φωτεινό, λαμπερό: Τα μάτια έλαμπαν ~ ~ές μες στο σκοτάδι. [< γαλλ. comme un éclair] [< αρχ. ἀστραπή 2: γαλλ. éclair]

Δευτέρα

ΔευτέραΔευ-τέ-ρα ουσ. (θηλ.): η δεύτερη ημέρα της εβδομάδας (με πρώτη την Κυριακή) και πρώτη εργάσιμη: ~ απόγευμα/βράδυ/μεσημέρι/πρωί. ~ 11 Απριλίου. Θα επιστρέψει την επόμενη/ερχόμενη ~. Η προθεσμία έληξε την περασμένη ~. Την πρώτη/τελευταία ~ του μήνα. Από ~ ξεκινάω μαθήματα. Ξημερώματα ~ας. Τις ~ες/κάθε ~ έχω γυμναστήριο. Βλ. δευτεριάτικος, τσαγκαροδευτέρα. ● ΣΥΜΠΛ.: Καθαρά/Καθαρή Δευτέρα: ΕΚΚΛΗΣ. η πρώτη ημέρα νηστείας της Μεγάλης Σαρακοστής. Βλ. Κούλουμα. ΣΥΝ. Καθαροδευτέρα, Μεγάλη Δευτέρα (συντομ. Μ. Δευτέρα): ΕΚΚΛΗΣ. η Δευτέρα της Μεγάλης Εβδομάδας. ● ΦΡ.: της Κυριακής χαρά και της Δευτέρας λύπη βλ. Κυριακή [< μτγν. Δευτέρα]

ή

ή[ἤ] διαζευκτικός σύνδ. δηλωτικός 1. αντιδιαστολής δύο ή περισσότερων αντίθετων εννοιών, αυστηρής επιλογής της μιας από τις δύο, καθώς και οι δύο μαζί δεν μπορούν να συνυπάρξουν: αριστερά ~ δεξιά; Κρύο ~ ζέστη; Πρωί ~ βράδυ; Όμορφη ~ άσχημη; Χαρά ~ λύπη; Άσπρο ~ μαύρο;|| (με επανάληψη, για να δοθεί έμφαση στον α' όρο) ~ τώρα ~ ποτέ! ~ εγώ ~ κανένας!|| (προφ., με δυνατότητα παράλειψης ή αντικατάστασής του με το "και") Νέοι (~) γέροι, πλούσιοι (~) φτωχοί, όλοι ήταν μαζεμένοι!|| (δυσαρέσκεια, αγανάκτηση για τη συμπεριφορά κάποιου ή για μια κατάσταση) Φίλος είσαι (εσύ) ~ εχθρός; Άνθρωπος είναι (αυτός) ~ (κανένα) τέρας; Ζωή είναι αυτή ~ μαρτύριο; Δωμάτιο είναι αυτό ~ στάβλος;|| (σε ερωτήσεις) Θα έρθεις ~ δεν θα έρθεις/όχι; (διερεύνηση άποψης) Θα τα καταφέρουμε ~ το θεωρείς απίθανο; 2. διάκρισης δύο ή περισσότερων στοιχείων που παρουσιάζονται ως εναλλακτικές εκδοχές: Τι θα ήθελες; Φαγητό ~ γλυκό; Θα με εξυπηρετήσετε εσείς ~ κάποιος άλλος; Παίρνω ~ το λεωφορείο ~ το μετρό ~ το τραμ (: άλλες φορές, άλλοτε).|| (με επανάληψη) (εμφατ.) ~ θα κοιμάται ~ θα βλέπει τηλεόραση. (αδιαφορία ή αβεβαιότητα) Θα έρθω ~ αύριο ~ (: μπορεί και) μεθαύριο. (ο α' όρος είναι ανυπόστατος και έτσι δηλώνεται εμφατ. ότι ισχύει στην ουσία ο β') ~ είμαστε όλοι τρελοί ~ (πράγματι) κάτι δεν πάει καλά! ΣΥΝ. είτε.|| (σε ερώτηση, προς εξακρίβωση του λόγου για τον οποίο γίνεται κάτι) Γιατί δεν του μιλάς; Ντρέπεσαι ~ φοβάσαι; Τι έχεις; Είσαι άρρωστος ~ απλά κακοδιάθετος; 3. διαφορετικότητας· αλλιώς, σε αντίθετη περίπτωση: Μάθε να συζητάς ~ μην ασχολείσαι μαζί μου!|| (απειλητ.) ~ φεύγεις αυτή τη στιγμή ~ καλώ την Αστυνομία (= αν δεν φύγεις ..., θα καλέσω ...)! Πβ. διαφορετικά, ειδάλλως. 4. εναλλακτικής διατύπωσης, διόρθωσης, τροποποίησης (συνήθ. ακολουθούν οι λ. "μάλλον" ή "καλύτερα"): το ίντερνετ ~ διαδίκτυο (στα Ελληνικά). Δεν καταλαβαίνει ~ μάλλον δεν θέλει να καταλάβει. Πήγαινε να δεις τι κάνει! ~ άσε καλύτερα· πάω εγώ! 5. (προφ.) μεγέθους κατά προσέγγιση, αβεβαιότητας: (κάπου) δεκαπέντε ~ είκοσι κιλά. ● ΦΡ.: ή μήπως δηλώνει 1. ευγενική διατύπωση ερώτησης: Να σου ζητήσω κάτι ~ ~ σε βάζω σε κόπο; 2. πιθανή εκδοχή: Κοιμήθηκες καλά ~ ~ νυστάζεις ακόμα; Προτιμάς σινεμά ~ ~ (καλύτερα) θέατρο;|| (προς έκφρ. ενδιαφέροντος) Χόρτασες ~ ~ να σου φέρω και κάτι άλλο;|| (αβεβαιότητα) Ήταν πριν από δύο ~ ~ τρία χρόνια; 3. αγανάκτηση, δυσαρέσκεια· προκειμένου να εκφραστεί ότι δεν είναι δυνατόν να ισχύει σε καμία περίπτωση ο β΄όρος: Τι κάθεσαι και τεμπελιάζεις; ~ ~ περιμένεις από εμένα να κάνω τις δουλειές; (: δεν πρόκειται να τις κάνω).|| Είναι λογικό να φέρεται έτσι· ~ ~ ξέχασες τι πέρασε; (: θυμάσαι φυσικά)., ή ταν ή επί τας: ΙΣΤ. "ή αυτή ή πάνω σε αυτή", δηλ. "ή να επιστρέψεις με την ασπίδα ως νικητής ή να σε φέρουν επάνω της νεκρό", φρ. που έλεγαν οι Σπαρτιάτισσες στους γιους τους, όταν τους παρέδιδαν την ασπίδα, πριν αναχωρήσουν για τον πόλεμο· (μτφ.-λόγ.) προτροπή σε κάποιον να φέρει σε πέρας την αποστολή που του έχει ανατεθεί, χωρίς να δειλιάσει και να σκεφτεί το προσωπικό κόστος., αργά ή γρήγορα βλ. αργά, ή μικρός μικρός παντρέψου ή μικρός καλογερέψου βλ. καλογερεύω, ή όπως αλλιώς βλ. όπως, ή παπάς-παπάς ή ζευγάς-ζευγάς βλ. ζευγάς, ή στραβός είν' ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε βλ. γιαλός, ή του ύψους ή του βάθους βλ. ύψος, να ζει κανείς ή να μη ζει; βλ. ζω1, ναι ή ου; βλ. ου [< αρχ. ἤ]

κέρδος

κέρδοςκέρ-δος ουσ. (ουδ.) {κέρδ-ους | -η, -ών} 1. ΟΙΚΟΝ. το χρηματικό πλεόνασμα που προκύπτει από κάποια οικονομική δραστηριότητα: αναμενόμενο/ελάχιστο/επιχειρηματικό/ευκαιριακό/εύκολο/θεμιτό/λογιστικό/μέγιστο/νόμιμο/οικονομικό/οργανικό/παράνομο/προσδοκώμενο/σίγουρο/σταθερό/υψηλό/φορολογητέο ~. ~ από αγοραπωλησία/τόκους. Δείκτης/δυνατότητα/επιδίωξη/επίτευξη/μερίδιο/πηγή ~ους. Το κυνήγι του ~ους. Απολεσθέντα ~η. ~η προ φόρου. Άνοδος/αύξηση/διανομή/μείωση/πτώση (των) ~ών. Στενεύουν τα περιθώρια ~ους. Βγάζουν/αποκομίζουν ~. Αποβλέπει στο ~. Τα ~η ανήλθαν σε ... ευρώ. Επένδυση που αποφέρει/δίνει/φέρνει πολλά ~η (: είναι κερδοφόρα). Σημαντικά ~η καταγράφει το χρηματιστήριο (ΑΝΤ. απώλειες). Πβ. απόδοση. Βλ. τζίρος, υπερ~. ΑΝΤ. ζημιά (2), χασούρα 2. (κατ' επέκτ.) κάθε είδους όφελος: ηθικό/κοινωνικό ~ (πβ. ωφέλεια). ~ χρόνου. Το καθαρό περιβάλλον αποτελεί ~ για την κοινωνία.|| (ΑΘΛ.) Βαθμολογικό ~. ● ΣΥΜΠΛ.: (μη) διανεμηθέντα κέρδη: ΟΙΚΟΝ. το μέρος του καθαρού κέρδους που (δεν) έχει μοιραστεί στους δικαιούχους: ~ ~ από επενδύσεις., διαφυγόντα κέρδη: ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. που χάνονται λόγω σφάλματος ή ενέργειας τρίτου, οπότε μπορεί να απαιτηθεί αποζημίωση., καθαρό κέρδος: ΟΙΚΟΝ. τα πραγματικά έσοδα επιχείρησης ή προσώπου, από τα οποία έχουν αφαιρεθεί το κόστος παραγωγής και τα έξοδα (πωλήσεων, διοίκησης): ~ ~ χρήσεως. Περιθώριο/συντελεστής ~ού ~ους. [< αγγλ. net profit], λειτουργικό κέρδος: ΟΙΚΟΝ. που προέρχεται από την κύρια δραστηριότητα επιχείρησης, από το οποίο δεν έχουν αφαιρεθεί φόροι, τόκοι και αποσβέσεις. [< αγγλ. operating profit], μεγιστοποίηση του κέρδους/των κερδών: ΟΙΚΟΝ. συστηματική προσπάθεια κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου να αποκτήσει το μεγαλύτερο δυνατό οικονομικό όφελος, καταβάλλοντας το μικρότερο δυνατό κόστος· το ίδιο το όφελος που αποκομίζεται. [< αγγλ. profit maximization], μικτό/ακαθάριστο κέρδος: ΟΙΚΟΝ. από το οποίο δεν έχουν αφαιρεθεί οι δαπάνες: μέσο/συνολικό/τυπικό ~ ~. ~ ~ εταιρείας/καταστήματος. [< αγγλ. gross profit] ● ΦΡ.: συμμετοχή (στα κέρδη) βλ. συμμετοχή [< αρχ. κέρδος]

μέτωπο

μέτωπομέ-τω-πο ουσ. (ουδ.) {μετώπ-ου} 1. το άνω τμήμα του προσώπου που βρίσκεται ανάμεσα στην έκφυση των μαλλιών, τα φρύδια και τους κροτάφους: πλατύ/στενό/φαρδύ ~. Βαθιές ρυτίδες κατά μήκος του ~ου. Μια τούφα έπεφτε μπροστά στο ~ (βλ. φράντζα). Πβ. κούτελο.|| Λευκή κηλίδα στο ~ αλόγου. 2. ΣΤΡΑΤ. η πρώτη γραμμή στρατιωτικής δύναμης, παράταξης και συνεκδ. οι θέσεις, ο τόπος διεξαγωγής της μάχης: πολεμικό ~. Το ανατολικό/δυτικό/εχθρικό/συμμαχικό ~. Κατάρρευση του ~ου (: ήττα, υποχώρηση στρατού). Αναχώρηση για/πορεία προς το ~. Νέα από το ~. Πολέμησε στο αλβανικό ~. Έπεσε (= πέθανε) στο ~. Ο εχθρός (δι)έσπασε το ~ (= διαπέρασε τις γραμμές). Πβ. ζώνη επιχειρήσεων. Βλ. μετόπισθεν.|| (μτφ.) Εσωκομματικό ~. Εξελίξεις σε όλα τα ~α. Πβ. πεδίο μάχης. 3. συμμαχία, συνασπισμός: αντιρατσιστικό/απεργιακό/δημοκρατικό/ενιαίο/κοινό/πατριωτικό ~. ~ αριστεράς/δεξιάς. ~ νεολαίας. ~ εναντίον της αισχροκέρδειας/διαπλοκής. Συγκροτώ/σχηματίζω ~. Κάνω ~ με κάποιον (= συμμαχώ). Πβ. ένωση, λίγκα, συμπαράταξη, σύμπραξη, συνεργασία. 4. ΜΕΤΕΩΡ. το νοητό όριο μεταξύ αέριων μαζών με διαφορετικά χαρακτηριστικά (θερμοκρασία, υγρασία): στάσιμο ~ (: όταν οι μάζες που το σχηματίζουν δεν κινούνται). Μετακίνηση ~ου βορειοδυτικά.|| Το ~ της κακοκαιρίας. 5. πρόσοψη: ανάπλαση του ~ου ενός κτιρίου. Μόλος µε κατακόρυφο/κεκλιμένο ~. Κατασκευή δαπέδου σε όλο το μήκος του ~ου. ~ εκσκαφής σήραγγας.|| Το μπαλκόνι έχει ~ (= βλέπει) προς τη θάλασσα. ● ΣΥΜΠΛ.: ανοιχτό μέτωπο: εμπόλεμη κατάσταση ή (συνήθ.-κατ' επέκτ.) αντιπαράθεση που βρίσκεται σε εξέλιξη: Η κυβέρνηση έχει ~ ~ κατά της διαφθοράς/με την τρομοκρατία., γραμμή του μετώπου: γραμμή του πυρός: Διασπάστηκε η ~ ~.|| (μτφ.) Στην πρώτη ~ ~ κατά του ρατσισμού., θαλάσσιο/παραλιακό μέτωπο & (σπάν.) παράκτιο μέτωπο: τμήμα παράκτιας περιοχής που βρίσκεται δίπλα στη θάλασσα και βλέπει σε αυτή., θερμό μέτωπο: ΜΕΤΕΩΡ. η νοητή γραμμή που ορίζει την κίνηση μιας μάζας θερμού αέρα, η οποία περνά πάνω από μια ψυχρή μάζα, επιφέροντας αύξηση της θερμοκρασίας και δυνατή βροχή., μέτωπο κύματος: ΦΥΣ. ο γεωμετρικός τόπος των σημείων που βρίσκονται στην ίδια φάση σε δεδομένη χρονική στιγμή κατά την κίνηση ενός κύματος. [< αγγλ. wave-front] , συνεσφιγμένο μέτωπο: ΜΕΤΕΩΡ. η νοητή γραμμή που ορίζει την κίνηση μιας μάζας ψυχρού αέρα όταν συναντά και σπρώχνει προς τα πάνω μια θερμή αέρια μάζα., το μέτωπο της φωτιάς/της πυρκαγιάς & πύρινο μέτωπο: η έκταση που καίγεται: Υπό έλεγχο τέθηκε ~ ~., ψυχρό μέτωπο: ΜΕΤΕΩΡ. η νοητή γραμμή που ορίζει την κίνηση μιας μάζας ψυχρού αέρα, η οποία εισχωρεί κάτω από μια θερμή μάζα και την εκτοπίζει προς τα πάνω, σχηματίζοντας σωρειτομελανίες., αρραγές μέτωπο βλ. αρραγής, λαϊκό μέτωπο βλ. λαϊκός ● ΦΡ.: ανοίγω/κλείνω μέτωπα: έρχομαι σε σύγκρουση ή δίνω τέλος σε μια σύγκρουση, αντίστοιχα: Έπρεπε να είμαστε ενωμένοι και να μην ανοίγουμε ~ μεταξύ μας. Τα συνδικάτα ανοίγουν νέο μέτωπο κινητοποιήσεων.|| Η κυβέρνηση κλείνει ~ με πολλούς φορείς., κατά μέτωπο(ν) (μτφ.): με άμεσο, ευθύ τρόπο: Αντιμετωπίζω ~ ~ τις δυσκολίες.|| (ως επίθ.) ~ ~ αντιπαράθεση/επίθεση/σύγκρουση., με το μέτωπο/κούτελο καθαρό/ψηλά: με καθαρή συνείδηση, χωρίς να μπορώ να κατηγορηθώ ότι έχω αδικήσει ή παρανομήσει: Θέλω να κυκλοφορώ/περπατάω ~ ~. Πβ. με το κεφάλι ψηλά., μέτωπο δεξιά/αριστερά!: στρατιωτικό παράγγελμα για στροφή παράταξης προς τα δεξιά ή τα αριστερά, αντιστοίχως. [< 1,2,5: αρχ. μέτωπον 3,4: γαλλ. front]

ξάστερος

ξάστερος, η, ο ξά-στε-ρος επίθ. 1. (για τον ουρανό) φωτεινός, έναστρος, ανέφελος: ~η: βραδιά/νύχτα (= αστροφεγγιά). Πβ. ασυννέφιαστος, διαυγής. ΣΥΝ. αίθριος ΑΝΤ. νεφελώδης (1) 2. (μτφ.) καθαρός· ξεκάθαρος, ευθύς: Στο ποτάμι έτρεχε ~ο νερό.|| ~η: απάντηση (= ειλικρινής)/θέση (= σαφής)/ματιά. ~α: λόγια. Πβ. ντόμπρος, σταράτος. ● επίρρ.: ξάστερα: χωρίς υπεκφυγές. ● ΦΡ.: καθαρά και ξάστερα: ρητά, απερίφραστα: Είπε ~ ~ (= ανοιχτά) τη γνώμη του. Μίλησε ~ ~ και όχι με μισόλογα. Πβ. αβέρτα, ορθά-κοφτά. ΣΥΝ. νέτα σκέτα [< μεσν. ξάστερος]

προϊόν

προϊόνπρο-ϊ-όν ουσ. (ουδ.) {προϊόντ-ος | -α, -ων} 1. οτιδήποτε προέρχεται, παράγεται από την ανθρώπινη εργασία ή δραστηριότητα: γεωργικό/ελαττωματικό/εμπορικό/ζωικό/καταναλωτικό/κτηνοτροφικό/παραδοσιακό/πρωτοποριακό/τεχνικό/τουριστικό/χειροποίητο ~.|| (ΟΙΚΟΝ.) Επενδυτικό/καταθετικό/τραπεζικό ~. ~ εγγυημένου κεφαλαίου.|| ~ υψηλής διατροφικής αξίας. Εμπορική ονομασία/καταχώριση/κωδικός/παράδοση/προώθηση/τιμή ~ος. Αγροτικά/αθλητικά/ανταγωνιστικά/βιομηχανικά/γαλακτοκομικά/δικτυακά/εγχώρια/εισαγόμενα/ενδιάμεσα (= που χρησιμεύουν για την παραγωγή άλλων)/εξαγώγιμα/ευπαθή/εύφλεκτα/καλλιτεχνικά/καλλυντικά/κατεψυγμένα/κηπευτικά/κύρια/ξηρά/ποιοτικά/τεχνητά/τοξικά/τυποποιημένα/υγρά/φαρμακευτικά/φρέσκα ή νωπά/φυσικά/φυτικά/χημικά ~α. ~α άρτου (= αρτοσκευάσματα). ~α άλεσης δημητριακών (π.χ. αλεύρι). ~α και υπηρεσίες. ~α αδυνατίσματος/θαλάσσης/ξύλου/περιποίησης/πληροφορικής/πρώτης ανάγκης/τέχνης/τεχνολογίας. Γκάμα/εμπορία/κατάλογος/κατηγορίες/σειρά/σχεδίαση ~ων. Διακινώ/εκθέτω/εξάγω/πουλώ/ψωνίζω ένα ~. Δεν είναι διαθέσιμο το ~ που θέλετε να αγοράσετε. Η εταιρεία λανσάρει νέο ~ στην αγορά. || εκπαιδευτικά/πνευματικά/πολιτιστικά ~α. Πβ. παρασκεύασμα. Βλ. παρα~, συμ~, υπερ~. 2. {συνήθ. στον εν.} (μτφ.) καρπός, δημιούργημα, αποτέλεσμα ορισμένης διαδικασίας, δραστηριότητας: ~ αναζήτησης/απάτης/έμπνευσης/κλοπής/μελέτης/μόχθου/συνεργασίας/φαντασίας. Η έκδοση του βιβλίου είναι ~ μακρόχρονης προσπάθειας (πβ. απόρροια, επακόλουθο). 3. απόδοση, κέρδος, είσπραξη: οικονομικό ~ (: εισόδημα από επενδύσεις). Το οριακό και το µέσο ~ της εργασίας. Το ~ της πώλησης θα αποδοθεί στους δικαιούχους. Το ~ του εράνου θα χρησιμοποιηθεί για την ενίσχυση των πληγέντων. ● ΣΥΜΠΛ.: ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ): ΟΙΚΟΝ. η συνολική νομισματική αξία των παραγόμενων αγαθών και παρεχόμενων υπηρεσιών μιας χώρας, μέσα στην επικράτειά της, κατά τη διάρκεια ενός έτους. [< αγγλ. gross domestic product (GDP), 1951] , ακαθάριστο εθνικό προϊόν (ΑΕΠ): ΟΙΚΟΝ. η συνολική νομισματική αξία των παραγόμενων αγαθών και παρεχόμενων υπηρεσιών μιας χώρας είτε στην επικράτειά της είτε στο εξωτερικό κατά τη διάρκεια ενός έτους. [< αγγλ. gross national product (GNP), 1923] , βιολογικά προϊόντα & οργανικά προϊόντα: που παράγονται χωρίς τη χρήση χημικών φυτοφαρμάκων και λιπασμάτων ή άλλων ορμονών: συμβατικά και ~ ~. Εξειδικευμένα καταστήματα πώλησης/Οργανισμός Ελέγχου και Πιστοποίησης ~ών ~ων., έτοιμο/τελικό προϊόν: αυτό που μπορεί να χρησιμοποιηθεί, να καταναλωθεί αμέσως, χωρίς επιπλέον επεξεργασία: ~α ~α διατροφής/ζύμης/λογισμικού., καθαρό εγχώριο προϊόν: ΟΙΚΟΝ. το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν, αφού αφαιρεθούν οι αποσβέσεις. [< αγγλ. net domestic product (NDP)] , καθαρό εθνικό προϊόν: ΟΙΚΟΝ. η συνολική νομισματική αξία των εισοδημάτων που εξασφαλίζουν οι κάτοικοι μιας χώρας (είτε από την επικράτειά της είτε από το εξωτερικό), αφού αφαιρεθούν οι φόροι και όσα διατέθηκαν για την απόκτηση των εισοδημάτων αυτών κατά τη διάρκεια ενός έτους. [< αγγλ. net national product (ΝΝP), 1945] , παράγωγα προϊόντα: ΟΙΚΟΝ. κάθε τύπος χρηματοοικονομικής συναλλαγής η αξία της οποίας εξαρτάται από την υποκείμενη αξία ενός άλλου περιουσιακού στοιχείου ή δείκτη (όπως μετοχές, επιτόκια και ομόλογα): Επενδύω σε ~ ~. [< αγγλ. derivatives, 1985] , προϊόντα ευρείας κατανάλωσης & μαζικής/καθημερινής κατανάλωσης: αγαθά που αγοράζονται και χρησιμοποιούνται ευρέως, για να καλύψουν κυρ. πρώτες ανάγκες., ανάπτυξη προϊόντων βλ. ανάπτυξη, δημοπρατήριο αγροτικών προϊόντων βλ. δημοπρατήριο, προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας βλ. ετικέτα, προϊόντα/έργα της διάνοιας βλ. διάνοια, τοποθέτηση προϊόντων βλ. τοποθέτηση. ● ΦΡ.: προϊόν με ονομασία προέλευσης: αγαθό του οποίου η παραγωγή, η μεταποίηση και η επεξεργασία πρέπει να λαμβάνουν χώρα σε μια οριοθετημένη γεωγραφική περιοχή με αναγνωρισμένη τεχνογνωσία. Βλ. προστατευόμενη ονομασία προέλευσης. [< πβ. αρχ. προϊόν, βλ. προϊών, γαλλ. produit, αγγλ. product]

υγιεινή

υγιεινή[ὑγιεινή] υ-γι-ει-νή ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. κλάδος που μελετά τις αρχές και τις μεθόδους που πρέπει να εφαρμόζονται για τη διατήρηση και βελτίωση της υγείας: ~ και ασφάλεια εργασίας. 2. η φροντίδα για την καθαριότητα του σώματος και κατ' επέκτ. το σύνολο των κανόνων που εξασφαλίζουν την ατομική και κοινωνική υγεία: ατομική/καθημερινή/προσωπική/στοματική ~.|| Βιομηχανική/δημόσια/επαγγελματική/νοσοκομειακή/περιβαλλοντική/σχολική ~. ~ των τροφίμων (: εξασφάλιση της καταλληλότητάς τους για κατανάλωση).|| ~ των φυτών. ● ΣΥΜΠΛ.: είδη υγιεινής: αυτά που είναι απαραίτητα για το μπάνιο και την κουζίνα, όπως λεκάνη, μπανιέρα, νεροχύτης, νιπτήρας, ντουζιέρα. [< αρχ. ὑγιεινή, γαλλ. hygiène, αγγλ. hygiene]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.