καθημερινός , ή, ό κα-θη-με-ρι-νός επίθ. & (λαϊκό) καθημερνός 1. που γίνεται ή προκύπτει κάθε μέρα: ~ός: έλεγχος/καθαρισμός/φόρτος εργασίας. ~ή: άσκηση/διαδρομή/ενημέρωση/επικοινωνία/εφημερίδα (βλ. κυριακάτικος)/λήψη (φαρμάκων)/περιποίηση/περιπολία/σειρά (= σίριαλ)/χρήση. ~ό: βούρτσισμα (των δοντιών)/δρομολόγιο/πρόγραμμα. ~ές: ανάγκες/απολαύσεις/ασχολίες/δουλειές/παραστάσεις. ~ά: έξοδα/νέα. Σε ~ή βάση/(λόγ.) επί ~ής βάσεως. Πβ. ημερήσιος.2. που σχετίζεται με την καθημερινότητα· ανεπίσημος: ο ~ αγώνας/γολγοθάς. Η ~ή ρουτίνα. Το ~ό άγχος. Οι ~οί άνθρωποι/ρυθμοί (βλ. μονότονος). Οι ~ές συνήθειες (πβ. οικείος). Τα ~ά προβλήματα (βλ. τετριμμένα). Ο ~ βίος στην αρχαιότητα. Σκηνές της ~ής ζωής. ~ό φαινόμενο τα ατυχήματα. Ιστορίες ~ής τρέλας.|| ~ός: λόγος (πβ. άμεσος, φυσικός). ~ή: ομιλία. ~ό: ντύσιμο (= κάζουαλ· πβ. απλό, λιτό)/περιβάλλον. Το ~ό δωμάτιο της οικογένειας (= το καθιστικό). ΑΝΤ. επίσημος. ● Ουσ.: καθημερινά (τα): ενν. ρούχα. ΑΝΤ. γιορτινά (τα), καλά (2), καθημερινές (οι): οι εργάσιμες μέρες της εβδομάδας: Το γραφείο λειτουργεί τις ~.|| Η γιορτή μου πέφτει ~ή φέτος. Βλ. αργία. ● επίρρ.: καθημερινά & (λαϊκό) καθημερνά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: στη σημ. 1. ● ΦΡ.: το καθημερινό ψωμί βλ. ψωμί [< 1: μτγν. καθημερινός 2: γαλλ. quotidien]
αργία
αργία[ἀργία] αρ-γί-α ουσ. (θηλ.) {αργιών} 1. χρονικό διάστημα παύσης της εργασίας λόγω επετείου ή γεγονότος που συνδέεται με τη θρησκευτική ζωή: γενική/εθνική/ειδική/επίσημη/καθιερωμένη/κατ' έθιμο/προαιρετική/σχολική/τοπική/τραπεζική/τριήμερη/υποχρεωτική ~. Η ~ της 28ης Οκτωβρίου/της 25ης Μαρτίου/της Κυριακής/των Χριστουγέννων. Ημέρα ~ας (πβ. ρεπό, σχόλη). Διακοπές/Σαββατοκύριακα και ~ες (ΑΝΤ. εργάσιμες, καθημερινές). Κλειστό λόγω ~ας. ~ για τον δημόσιο τομέα. Μεταφέρεται μια ~. Σήμερα είναι/έχει ~. Βλ. ημερ~, ημι~.2. (επίσ.) διοικητική κύρωση παύσης εργασίας που επιβάλλεται σε δημόσιο υπάλληλο ή απαγόρευση τέλεσης ιεροπραξίας σε ιερέα: Τέθηκε σε (αυτοδίκαιη) ~. Η ποινή της ~ας. Δυνητική θέση σε ~. ~ με προσωρινή απόλυση. Καταδικάστηκε σε/τιμωρήθηκε με ~ ενός χρόνου. 3. (σπάν.-λόγ.) έλλειψη απασχόλησης, αεργία: Βρίσκεται σε αναγκαστική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: Κυριακή αργία βλ. κυριακός ● ΦΡ.: αργία μήτηρ πάσης κακίας (παροιμ.): η τεμπελιά είναι αιτία κάθε κακού. [< 1: μτγν. ἀργία 2: μτγν. σημ. (για κληρικούς), γαλλ. non-activité 3: αρχ. ἀργία ]
ψωμί
ψωμίψω-μί ουσ. (ουδ.) {ψωμ-ιού} 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. βασικό είδος διατροφής που φτιάχνεται από ζύμη αποτελούμενη από αλεύρι, νερό, αλάτι και μαγιά και ψήνεται στον φούρνο: άζυμο/άσπρο/αφράτο/βιολογικό/γαλλικό (βλ. μπαγκέτα)/ζεστό/ζυμωτό/ιταλικό (βλ. τσιαπάτα, φοκάτσια)/καλαμποκίσιο (πβ. μπομπότα)/καψαλισμένο (βλ. μπρουσκέτα)/κριθαρένιο/μαύρο/μπαγιάτικο/παραδοσιακό/πιτυρούχο/πολύσπορο/σκληρό/σπιτικό/σταρένιο/στρογγυλό/σύμμικτο/τραγανό/φρέσκο/φρυγανισμένο ~. ~ με προζύμι (βλ. ανεβατό)/σουσάμι. ~ διαίτης/ολικής αλέσεως/σικάλεως/φόρμας. ~ για/του τοστ. ~ με ελιές (= ελιόψωμο)/σταφίδες (= σταφιδόψωμο). ~ και (= ψωμοτύρι)/με τυρί (= τυρόψωμο). ~ στα κάρβουνα. Η κόρα/η ψίχα/τα ψίχουλα του ~ιού. Μαχαίρι/μηχανή (= αρτοπαρασκευαστής)/ξύλο κοπής ~ιού. Ένα κιλό/μια φραντζόλα ~. Μια φέτα ~. Πβ. άρτος. Βλ. αρτο-, αρτοσκευάσματα, εφτάζυμο, κουλούρα, κουτσούνα, λαγάνα, λαδό-, τηγανό-, χριστό-ψωμο, παξιμάδι, φρυγανιά.2. (κατ' επέκτ.) τα προς το ζην: αγώνας για το ~. Με το κλείσιμο της επιχείρησης, πολλές οικογένειες έχασαν το ~ τους.3. (ΚΔ) τα υλικά αγαθά: Ο άνθρωπος δεν ζει μόνο με ~. ● Υποκ.: ψωμάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: χωριάτικο ψωμί/ψωμί χωριάτικο βλ. χωριάτικος, ψωμί πολυτελείας βλ. πολυτέλεια ● ΦΡ.: (λέω) το ψωμί ψωμάκι (μτφ.-προφ.): αντιμετωπίζω μεγάλες οικονομικές δυσκολίες, είμαι πολύ φτωχός: Με τέτοια κρίση, θα πούμε ~ ~!, για ένα κομμάτι/ένα καρβέλι/μια μπουκιά ψωμί (μτφ.-προφ.): για πολύ λίγα χρήματα: Δούλευε όλη μέρα ~ ~. Πούλησε το οικόπεδο ~ ~. ΣΥΝ. αντί/έναντι πινακίου φακής, δεν έχει ψωμί να φάει (μτφ.-προφ.): είναι πολύ φτωχός, λιμοκτονεί. Πβ. ψωμολυσσάω., έχει (πολύ) ψωμί ακόμα (μτφ.-προφ.): απαιτεί πολύ χρόνο, έχει ακόμη πολλή δουλειά μέχρι να ολοκληρωθεί: Η υπόθεση ~ ~., έχει ψωμί/φαΐ (μτφ.-προφ.): έχει κέρδος, όφελος, κυρ. οικονομικό, ή παρουσιάζει ενδιαφέρον: Η δουλειά ~ ~, μην την αφήσεις! Μυρίστηκε ότι έχει ψωμί (= ζουμί) η υπόθεση κι άρχισε να ψάχνει πληροφορίες., θα φάει/έχει να φάει πολλά ψωμιά/καρβέλια ακόμα & πολύ ψωμί ακόμα (μτφ.-προφ.) 1. χρειάζεται πολύς χρόνος, προσπάθεια ή/και υπομονή για να πετύχει κάτι: Έχει να φάει ~ ~, για να γίνει καλός στη δουλειά του. Θέλω πολλά ψωμιά ακόμα, για να σε φτάσω!2. θα ζήσει πολλά χρόνια ακόμα: Είναι γερό σκαρί, έχει να φάει ~ ~., τα έφαγε (τα 'φαγε)/είναι λίγα/είναι μετρημένα/τέλειωσαν τα ψωμιά του & (σπάν.) τα καρβέλια του (μτφ.-προφ.) 1. (για πρόσ.) δεν θα ζήσει ή δεν θα παραμείνει στη θέση του για πολύ καιρό ακόμα: || Λίγα είναι τα ~ του στην εταιρεία, σύντομα θα τον απολύσουν. Μη στενοχωριέσαι κι είναι μετρημένα ~ ~!2. (για πράγμα) έχει παλιώσει, δεν μπορεί πια να χρησιμοποιηθεί, είναι άχρηστο: Τα 'φαγε ~ ~ το αμάξι/κομπιούτερ., το γλυκό/πικρό ψωμί (μτφ.-προφ.): για ευχάριστη ή δυσάρεστη εμπειρία: το γλυκό ~ της εξουσίας/νίκης. Το πικρό ~ της προσφυγιάς., το καθημερινό ψωμί (μτφ.) 1. ο βιοπορισμός: Δούλευε σκληρά, για να βγάζει ~ ~. Πβ. άρτος ο επιούσιος. Βλ. μεροκάματο.2. καθετί σύνηθες: Η αδικία έγινε ~ ~. [< γαλλ. le pain quotidien] , τρώω ψωμί (από κάποιον) (μτφ.-προφ.): μου προσφέρει δουλειά και μισθό: Χιλιάδες εργαζόμενοι τρώνε ~ από τις επιχειρήσεις/τα χέρια του., βγάζω/κερδίζω τα προς το ζην/το ψωμί μου βλ. κερδίζω, βούτυρο στο ψωμί βλ. βούτυρο, και ξερό ψωμί βλ. ξερός, τα λόγια σου με χόρτασαν/ο λόγος σου με χόρτασε και το ψωμί σου φάτο βλ. χορταίνω, φάγαμε ψωμί κι αλάτι βλ. αλάτι, ψωμί κι ελιά/ελιές βλ. ελιά [< μεσν. ψωμί < μτγν. ψωμίον < αρχ. ψωμός ‘κομμάτι ψωμιού ή άλλου πράγματος’]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.