Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • καθησυχάζω κα-θη-συ-χά-ζω ρ. (μτβ.) {καθησύχα-σα, καθησυχά-σει, καθησυχάζ-οντας, καθησυχα-σμένος}: κάνω κάποιον να ηρεμήσει, να σταματήσει να ανησυχεί: Οι Αρχές ~σαν τον κόσμο/τους πολίτες. Ο γιατρός τούς ~σε ότι όλα θα πάνε καλά. Προσπάθησε να την ~σει χωρίς αποτέλεσμα. Μετά τη συζήτησή μας ένιωσα ~σμένος. Πβ. γαλην-, ημερ-εύω, εφησυχάζω, καλμάρω. ΑΝΤ. αναστατώνω, θορυβώ, ταράζω.|| ~ τις αμφιβολίες/τις ανησυχίες/τους φόβους (κάποιου). Πβ. καταλαγιάζω, κατευνάζω, μειώνω, μετριάζω. ● ΦΡ.: καθησυχάζω τη συνείδησή (μου): δικαιολογώ τον εαυτό μου για κάτι για το οποίο αισθάνομαι ή είμαι ένοχος. Πβ. έχω τη συνείδησή μου ήσυχη. [< μτγν. καθησυχάζω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.