Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • καθούμενος , η, ο κα-θού-με-νος επίθ.: που κάθεται. Πβ. καθήμενος, καθισμένος. Κυρ. στη ● ΦΡ.: στα καλά καθούμενα/του καθουμένου & των καθουμένων (προφ.): για κάτι που συμβαίνει αναπάντεχα και προκαλεί συνήθ. δυσάρεστη έκπληξη, έτσι ξαφνικά: Μα, πώς χάλασε (έτσι) ~ ~;