Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • καθόλου κα-θό-λου επίρρ. 1. (για δήλωση απόλυτης άρνησης) ούτε στο ελάχιστο: (σε αρνητ. πρόταση) Δεν είμαι ~ καλά. Δεν μιλήσαμε ~. Δεν είναι ~ (= διόλου) τυχαίο ότι ... ~ δεν (= ουδόλως) με ανησυχεί τι θα γίνει.|| (ως αρνητ. μονολεκτική απάντηση) -Ανησυχείς; -~!|| Προϊόντα με μικρή ή ~ περιεκτικότητα σε ... 2. (ερωτημ.) έστω και λίγο, κάπως: Πώς μπορεί να μη σκέφτεται ~ το μέλλον; Σου έλειψα ~; Μα δεν προσέχετε ~; 3. {ως επίθ.} (λόγ.) γενικός, καθολικός, συνολικός: η ~ πλειοψηφία του πρώτου κόμματος. Πβ. εν γένει. ● ΦΡ.: καθόλου μα καθόλου (προφ.-επιτατ.): Δεν είναι ~ ~ αστείο! [< 1,2: μεσν. καθόλου 3: αρχ. καθ' ὅλου]