Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • καθόλου κα-θό-λου επίρρ. 1. (για δήλωση απόλυτης άρνησης) ούτε στο ελάχιστο: (σε αρνητ. πρόταση) Δεν είμαι ~ καλά. Δεν μιλήσαμε ~. Δεν είναι ~ (= διόλου) τυχαίο ότι ... ~ δεν (= ουδόλως) με ανησυχεί τι θα γίνει.|| (ως αρνητ. μονολεκτική απάντηση) -Ανησυχείς; -~!|| Προϊόντα με μικρή ή ~ περιεκτικότητα σε ... 2. (ερωτημ.) έστω και λίγο, κάπως: Πώς μπορεί να μη σκέφτεται ~ το μέλλον; Σου έλειψα ~; Μα δεν προσέχετε ~; 3. {ως επίθ.} (λόγ.) γενικός, καθολικός, συνολικός: η ~ πλειοψηφία του πρώτου κόμματος. Πβ. εν γένει. ● ΦΡ.: καθόλου μα καθόλου (προφ.-επιτατ.): Δεν είναι ~ ~ αστείο! [< 1,2: μεσν. καθόλου 3: αρχ. καθ' ὅλου]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.