Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • κακόζηλος , η, ο κα-κό-ζη-λος επίθ.: (κυρ. για προφ. ή γραπτό λόγο) που μιμείται χωρίς επιτυχία το πρότυπό του: (ΦΙΛΟΛ.) ~ες: εκφράσεις/λέξεις (= επιτηδευμένες). Πβ. κακέκτυπος. [< μτγν. κακόζηλος ‘που έχει κακό γούστο’]