Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • καλκάνι καλ-κά-νι ουσ. (ουδ.): ΙΧΘΥΟΛ. εδώδιμο ψάρι του βυθού (επιστ. ονομασ. Scophthalmus maximus), συγγενικό της γλώσσας, με πεπλατυσμένο σώμα σε σχήμα ρόμβου. Βλ. ρίνα, σελάχι. ΣΥΝ. ρόμβος (2) [< μεσν. καλκάνι < τουρκ. kalkan balığı]

ρίνα

ρίνα[ῥῖνα] ρί-να ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. θαλάσσιο ψάρι (επιστ. ονομασ. Squatina squatina) με πεπλατυσμένο σώμα, αναπτυγμένα θωρακικά πτερύγια και μεγάλο κεφάλι. ΣΥΝ. αγγελόψαρο (1), ρίνη (2) [< μτγν. ῥῖνα]