Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • καλοήθης , ης, ες κα-λο-ή-θης επίθ. ουδ. καλόηθες {καλοήθ-ους | -εις (ουδ. -η)}: ΙΑΤΡ. (για νόσο) που δεν αποτελεί σοβαρό κίνδυνο για την υγεία ή (για όγκο) που δεν αναπτύσσεται γρήγορα, δεν κάνει μεταστάσεις και συνήθ. θεραπεύεται: ~εις: βλάβες του δέρματος (βλ. κύστη, σπίλος)/παθήσεις του μαστού. Βλ. ψευδάνθρακας.|| ~ης: όζος του θυρεοειδούς. ~ής: υπερπλασία του προστάτη. ~ες: νεόπλασμα. Βλ. εξόστωση, καρκίνος, πολύποδας, -ωμα2. ΑΝΤ. κακοήθης (1) [< πβ. μτγν. καλοήθης 'ενάρετος', γαλλ. bénin]

εξόστωση

εξόστωση[ἐξόστωση] ε-ξό-στω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. καλοήθης όγκος στην επιφάνεια οστού: ~ώσεις φτέρνας. Πβ. οστεόφυτα, οστέωμα. [< αρχ. ἐξόστωσις ‘εξόγκωση του οστού’, γαλλ. exostose, αγγλ. exostosis]

κύστη

κύστηκύ-στη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -εως | -εις (προφ.) -ες, -εων} 1. ΙΑΤΡ. παθολογικός σχηματισμός που μοιάζει με θύλακα και συνήθ. περιέχει υγρό ή ημίρρευστο υλικό: αραχνοειδής/οδοντοφόρος/ορώδης ~. Βλεννώδεις/καλοήθεις/νεφρικές ~εις. ~ες στο δέρμα (= επιδερμικές)/στο στήθος/στις ωοθήκες. ~εις των γνάθων/του ήπατος. Πβ. θυλάκιο. Βλ. απόστημα, βλαστο~, ψευδο~. 2. ΑΝΑΤ. όργανο που έχει τη μορφή μεμβρανώδους σάκου και εξυπηρετεί την προσωρινή αποθήκευση ενός προϊόντος εκκρίσεως: σπερματοδόχος ~. Αφαίρεση ~ης (βλ. κυστεκτομή). Βλ. ασκός. ● ΣΥΜΠΛ.: δερμοειδής κύστη βλ. δερμοειδής, κύστη κόκκυγος βλ. κόκκυγας, νηκτική κύστη βλ. νηκτικός, ουροδόχος κύστη βλ. ουροδόχος, χοληδόχος κύστη βλ. χοληδόχος [< αρχ. κύστις, γαλλ. kyste, αγγλ. cyst]

ψευδάνθρακας

ψευδάνθρακαςψευ-δάν-θρα-κας ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. δερματική λοίμωξη με τη μορφή πολλών αποστημάτων, κυρ. στον αυχένα και τη ράχη· προκαλείται συνήθ. από χρυσίζοντα σταφυλόκοκκο και συνοδεύεται συχνά από πυρετό και αίσθημα εξάντλησης. Βλ. δοθιήνας, θυλακίτιδα.