Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [1-2]


  • καμήλα κα-μή-λα ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) γκαμήλα 1. ΖΩΟΛ. μεγαλόσωμο φυτοφάγο μηρυκαστικό της ερήμου και των άνυδρων στεπών (οικογ. Camelidae, γένος Camelus), με ψηλά πόδια, μακρύ και καμπυλωτό λαιμό, κρεμαστά χείλη, πυκνό κιτρινο-κόκκινο, καφέ ή σχεδόν μαύρο τρίχωμα και ένα ή δύο λιπώδη εξογκώματα (ύβους) στη ράχη: γάλα ~ας. Η καμπούρα της ~ας. Ύφασμα από τρίχα ~ας (πβ. καμηλό). Βόλτα/σαφάρι με ~ες. Καραβάνι από ~ες. Βλ. βακτριανή, δρομάδα.|| Έχει μνήμη ~ας (= ελέφαντα). ΣΥΝ. κάμηλος 2. (μτφ.-μειωτ.) ψηλή και άχαρη γυναίκα. ● ΦΡ.: ο δρόμος της καμήλας (μτφ.): μέση οδός, συμβιβαστική λύση. [< μεσν. καμήλα < αρχ. κάμηλος, αγγλ. camel, γερμ. kamel, γαλλ. chameau]
  • καμηλαύχι & καμηλαύκι βλ. καλιμαύχι

βακτριανή

βακτριανήβα-κτρι-α-νή ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. καμήλα με δύο ύβους και μακρύ τρίχωμα γύρω από το λαιμό (επιστ. ονομασ. Camelus bactrianus). Βλ. δρομάδα. [< μτγν. Βακτριανή, αγγλ. Bactrian camel]

καλιμαύχι & καλιμαύκι

καλιμαύχι & καλιμαύκικα-λι-μαύ-χι ουσ. (ουδ.) & καλημαύχι & καλημαύκι & (σπάν.) καμηλαύχι, καμηλαύκι, καμιλαύκι: ΕΚΚΛΗΣ. μαύρο κυλινδρικό κάλυμμα της κεφαλής ορθόδοξων ιερέων. Βλ. άμφια. [< μεσν. καμηλαύκι(ν), καμηλαύχι]