Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • κάμεραμαν & καμεραμάν κά-με-ρα-μαν ουσ. (αρσ.) {άκλ. κ. πληθ. κάμεραμεν & καμεραμέν | σπάν. θηλ. καμεραγούμαν} & κάμερα-μαν: εικονολήπτης. ΣΥΝ. οπερατέρ [< αγγλ. cameraman, γαλλ. caméraman, 1919]