Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • καμηλοπάρδαλη κα-μη-λο-πάρ-δα-λη ουσ. (θηλ.) {καμηλοπαρδ-άλεις}: ΖΩΟΛ. μηρυκαστικό της αφρικανικής ηπείρου (επιστ. ονομασ. Giraffa camelopardalis), με πολύ μακρύ λαιμό και μακριά πόδια, κοντά κέρατα και παχύ κιτρινωπό δέρμα με καφετιές κηλίδες. Βλ. αρτιοδάκτυλα, λεοπάρδαλη, οκάπι, σαβάνα. [< μτγν. καμηλοπάρδαλις]

αρτιοδάκτυλα

αρτιοδάκτυλα[ἀρτιοδάκτυλα] αρ-τι-ο-δά-κτυ-λα ουσ. (ουδ.) (τα): ΖΩΟΛ. τάξη θηλαστικών ζώων με οπλές (επιστ. ονομασ. Artiodactyla), τα οποία έχουν ζυγό αριθμό δαχτύλων σε κάθε τους πόδι: μηρυκαστικά ~. Οι χοίροι ανήκουν στα ~. Βλ. περιττοδάκτυλα. [< γαλλ. artiodactyles, αγγλ. artiodactyla]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.