Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • καναντέρ κα-να-ντέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΕΡΟΝ. αμφίβιο αεροπλάνο πυρόσβεσης, δασικών κυρ. πυρκαγιών, με μεγάλες δυνατότητες υδροληψίας και μεταφοράς νερού (άνω των πέντε τόνων) από οποιαδήποτε σχεδόν υδάτινη επιφάνεια: πιλότοι ~. Ρίψεις από ~. [< καναδική εμπορ. ονομασ. Canadair, περ. 1972]