Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • καπετάνιος κα-πε-τά-νιος ουσ. (αρσ.) {καπετάν-ιοι (λαϊκό) -αίοι | σπανιότ. θηλ. καπετάνισσα} 1. κυβερνήτης πλοίου· (στο θηλ.) γυναίκα πλοίαρχος ή σύζυγος καπετάνιου: πρώτος/δεύτερος/τρίτος ~. Δίπλωμα ~ιου. Το ατύχημα οφείλεται σε λάθος του ~ιου. Πβ. καραβοκύρης. Βλ. ναυτικός. 2. ΙΣΤ. (κατά την Τουρκοκρατία) αρχηγός άτακτου σώματος: οι ~αίοι της Επανάστασης. ΣΥΝ. οπλαρχηγός. Βλ. αρματολός, κλέφτης.|| (κατ' επέκτ.) ~ του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/Μακεδονικού Αγώνα. Βλ. πρωτο~. 3. (σπανιότ.-μτφ.) επικεφαλής ομάδας, ηγέτης: ο ~ του κόμματος. Πβ. ηγήτορας. ● ΦΡ.: ο καλός ο καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται (παροιμ.): η πραγματική αξία κάποιου αποδεικνύεται στις δύσκολες στιγμές., οι πολλοί καπεταναίοι ρίχνουν έξω το καράβι βλ. καράβι [< μεσν. καπετάνιος < βεν. capetanio, capetano]

αρματολός

αρματολός[ἀρματολός] αρ-μα-το-λός ουσ. (αρσ.): ΙΣΤ. (κατά την Τουρκοκρατία) ένοπλος χριστιανός, μέλος άτακτου σώματος στρατού, στο οποίο η οθωμανική κυβέρνηση ανέθετε την επιβολή της τάξης στην περιοχή της δικαιοδοσίας του: κλέφτες και ~οί. [< *αρματολόγος – παλαιότ. ορθογρ. αρματωλός]

καράβι

καράβικα-ρά-βι ουσ. (ουδ.) {καραβ-ιού | -ιών} (προφ.): ΝΑΥΤ. πλοίο: εμπορικό/ιστιοφόρο/πειρατικό/πολεμικό ~. Το ~ της γραμμής. Το αμπάρι/το κατάρτι/το κατάστρωμα/η κουπαστή/ο κυβερνήτης (= καπετάνιος)/τα πανιά/το πλήρωμα/η πλώρη/η πρύμνη του ~ιού. Αράζει/βούλιαξε/έρχεται/ναυάγησε/ρίχνει άγκυρα/σαλπάρει/φεύγει το ~. Ταξιδεύω με ~. Έχει ~ια (= είναι εφοπλιστής). Δουλεύει/εργάζεται στα ~ια (= είναι ναυτικός). Έφυγε/πήγε στα ~ια (= μπάρκαρε). (προφ.) Τι ώρα έχει ~ για ...; Πβ. βαπόρι, ναυς. Βλ. βάρκα, σαπιοκάραβο.|| (μτφ., για χώρα:) Ακυβέρνητο ~.|| (ομοίωμα ~ιού:) Ξύλινο/χάρτινο ~. (ΛΑΟΓΡ.) Στολισμός ~ιού (: τα Χριστούγεννα). ● Υποκ.: καραβάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: αργοκίνητο καράβι (προφ.-ειρων.): (για πρόσ.) αργόστροφος, νωθρός· (για μηχάνημα ή σύστημα) αργός. Πβ. τα ζώα μου αργά. ● ΦΡ.: βούλιαξαν/έπεσαν έξω τα καράβια (κάποιου) (προφ.-ειρων.): για πρόσωπο κακόκεφο και σκυθρωπό, χωρίς προφανή αιτία: Τι έπαθες και δεν μιλάς; Σου ~ ~;, εδώ καράβια χάνονται/πνίγονται, βαρκούλες αρμενίζουν (παροιμ.): στην περίπτωση που κάποιος ασχολείται με ασήμαντες υποθέσεις, ενώ εκκρεμούν άλλες πολύ πιο σοβαρές. ΣΥΝ. εδώ ο κόσμος καίγεται/χάνεται και η γριά/το μουνί χτενίζεται, μεγάλα καράβια, μεγάλες φουρτούνες (παροιμ.): όσο πιο σημαντικές υποθέσεις αναλαμβάνει κάποιος, τόσο μεγαλύτερες είναι οι ευθύνες του., οι πολλοί καπεταναίοι ρίχνουν έξω το καράβι (παροιμ.): όταν ανακατεύονται πολλά άτομα σε μια υπόθεση, συνήθ. δεν επιτυγχάνεται το επιθυμητό αποτέλεσμα. ΣΥΝ. όπου λαλούν πολλοί κοκόροι/πολλά κοκόρια, αργεί να ξημερώσει, πολλές μαμές, στραβό το παιδί, το νινί/το μουνί σέρνει καράβι: για τη δύναμη της γυναίκας να ασκεί επίδραση στον άνδρα. [< μτγν. καράβιον ‘πλοίο’, μεσν. καράβι < αρχ. κάραβος ‘αστακός ή καραβίδα’ και μεσν. ‘φελούκα’]

ναυτικός

ναυτικόςναυ-τι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΝΑΥΤ. πρόσωπο που εργάζεται σε πλοίο ως αξιωματικός ή ως μέλος πληρώματος. Πβ. θαλασσινός, ναυτεργάτης, ναύτης. ΣΥΝ. ναυτιλλόμενος [< αρχ. ναυτικός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.