Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 6 εγγραφές  [0-6]


  • καράβι κα-ρά-βι ουσ. (ουδ.) {καραβ-ιού | -ιών} (προφ.): ΝΑΥΤ. πλοίο: εμπορικό/ιστιοφόρο/πειρατικό/πολεμικό ~. Το ~ της γραμμής. Το αμπάρι/το κατάρτι/το κατάστρωμα/η κουπαστή/ο κυβερνήτης (= καπετάνιος)/τα πανιά/το πλήρωμα/η πλώρη/η πρύμνη του ~ιού. Αράζει/βούλιαξε/έρχεται/ναυάγησε/ρίχνει άγκυρα/σαλπάρει/φεύγει το ~. Ταξιδεύω με ~. Έχει ~ια (= είναι εφοπλιστής). Δουλεύει/εργάζεται στα ~ια (= είναι ναυτικός). Έφυγε/πήγε στα ~ια (= μπάρκαρε). (προφ.) Τι ώρα έχει ~ για ...; Πβ. βαπόρι, ναυς. Βλ. βάρκα, σαπιοκάραβο.|| (μτφ., για χώρα:) Ακυβέρνητο ~.|| (ομοίωμα ~ιού:) Ξύλινο/χάρτινο ~. (ΛΑΟΓΡ.) Στολισμός ~ιού (: τα Χριστούγεννα). ● Υποκ.: καραβάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: αργοκίνητο καράβι (προφ.-ειρων.): (για πρόσ.) αργόστροφος, νωθρός· (για μηχάνημα ή σύστημα) αργός. Πβ. τα ζώα μου αργά. ● ΦΡ.: βούλιαξαν/έπεσαν έξω τα καράβια (κάποιου) (προφ.-ειρων.): για πρόσωπο κακόκεφο και σκυθρωπό, χωρίς προφανή αιτία: Τι έπαθες και δεν μιλάς; Σου ~ ~;, εδώ καράβια χάνονται/πνίγονται, βαρκούλες αρμενίζουν (παροιμ.): στην περίπτωση που κάποιος ασχολείται με ασήμαντες υποθέσεις, ενώ εκκρεμούν άλλες πολύ πιο σοβαρές. ΣΥΝ. εδώ ο κόσμος καίγεται/χάνεται και η γριά/το μουνί χτενίζεται, μεγάλα καράβια, μεγάλες φουρτούνες (παροιμ.): όσο πιο σημαντικές υποθέσεις αναλαμβάνει κάποιος, τόσο μεγαλύτερες είναι οι ευθύνες του., οι πολλοί καπεταναίοι ρίχνουν έξω το καράβι (παροιμ.): όταν ανακατεύονται πολλά άτομα σε μια υπόθεση, συνήθ. δεν επιτυγχάνεται το επιθυμητό αποτέλεσμα. ΣΥΝ. όπου λαλούν πολλοί κοκόροι/πολλά κοκόρια, αργεί να ξημερώσει, πολλές μαμές, στραβό το παιδί, το νινί/το μουνί σέρνει καράβι: για τη δύναμη της γυναίκας να ασκεί επίδραση στον άνδρα. [< μτγν. καράβιον ‘πλοίο’, μεσν. καράβι < αρχ. κάραβος ‘αστακός ή καραβίδα’ και μεσν. ‘φελούκα’]
  • καραβιά κα-ρα-βιά ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (λαϊκό): το φορτίο ή οι επιβάτες ενός καραβιού· κατ' επέκτ. μεγάλο πλήθος: ~ιές εσπεριδοειδών.|| ~ιές προσφύγων. Ξόδεψε μια ~ (: ένα κάρο) λεφτά.
  • καραβίδα κα-ρα-βί-δα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. εδώδιμο μαλακόστρακο που μοιάζει με μικρό αστακό (επιστ. ονομασ. Nephrops norvegicus): θαλασσινή ~. Ποταμίσια ~ ή ~ (του) γλυκού νερού (επιστ. ονομασ. Astacus fluviatilis). Βλ. αστακο~, καρκινοειδή.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Κατεψυγμένες ~ες. ~ες βραστές/ψητές. Ζωμός/ουρές ~ας. ~ες στα κάρβουνα. Ριζότο με ~ες. [< μτγν. καραβίς]
  • καραβιδομακαρονάδα κα-ρα-βι-δο-μα-κα-ρο-νά-δα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. μακαρονάδα με καραβίδες. Βλ. αστακο-, γαριδο-μακαρονάδα.
  • καραβιδόψιχα κα-ρα-βι-δό-ψι-χα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. η εδώδιμη σάρκα της καραβίδας: ~ με μαγιονέζα. Βλ. καβουρόψιχα, σουρίμι.
  • καραβίσιος , ια, ιο κα-ρα-βί-σιος επίθ. (προφ.) 1. (μτφ.) πολύ ακριβός και συνήθ. χαμηλής ποιότητας: ~ιες: τιμές (= αλμυρές, τσιμπημένες, τσουχτερές). ΣΥΝ. βαπορίσιος (1) 2. (σπανιότ.) που σχετίζεται με τα καράβια: ~ιες: ιστορίες. ● ΣΥΜΠΛ.: καραβίσιος καφές: αραιός και συνήθ. ακριβός, που σερβίρεται κυρ. σε πλοία, αεροδρόμια ή  τουριστικούς χώρους· γενικότ. ακριβός ή νερουλός καφές. Βλ. νεροζούμι.

βάρκα

βάρκαβάρ-κα ουσ. (θηλ.): μικρό, συνήθ. ξύλινο και ανοιχτό πλεούμενο: μηχανοκίνητη (βλ. βενζινάκατος)/φουσκωτή (ΣΥΝ. φουσκωτό) ~. ~ ψαρέματος (= ψαρόβαρκα· βλ. γρι-γρι, καΐκι, τράτα, τρεχαντήρι, ψαροπούλα). (παλαιότ.) ~ με πανιά/κουπιά. Βόλτα με τη ~ (= βαρκάδα). Πβ. λέμβος. Βλ. γόνδολα.|| Οι ~ες των ιθαγενών. Βλ. καγιάκ, κανό, μονόξυλο, πιρόγα.|| (προφ.) Τα παπούτσια σου έχουν γίνει σαν ~ες (: έχουν ξεχειλώσει). ● Υποκ.: βαρκάκι (το): Βλ. καραβάκι., βαρκούλα (η) ● ΦΡ.: σε βάρκα γεννήθηκες; (προφ.-ειρων.): σε περιπτώσεις που κάποιος ξεχνά την πόρτα ανοιχτή., στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα (ειρων.): με πλήρη άγνοια του τι πρόκειται να συμβεί και συνήθ. χωρίς σχέδιο και προγραμματισμό: πορεία/ταξίδι ~ ~. Βαδίζουμε/πάμε ~ ~. Πβ. στα κουτουρού, στα τυφλά, στην τύχη., βάρκα γιαλό βλ. γιαλός, εδώ καράβια χάνονται/πνίγονται, βαρκούλες αρμενίζουν βλ. καράβι, ίσα βάρκα, ίσα νερά βλ. ίσος, την κάτσαμε (τη βάρκα) βλ. κάθομαι, χεστήκαμε κι η βάρκα γέρνει βλ. χέζω [< μεσν. βάρκα]

καβουρόψιχα

καβουρόψιχακα-βου-ρό-ψι-χα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. η εδώδιμη σάρκα του καβουριού: ~ κονσέρβα. Βλ. καραβιδόψιχα, σουρίμι.

νεροζούμι

νεροζούμινε-ρο-ζού-μι ουσ. (ουδ.) (προφ.): νερουλό ρόφημα ή φαγητό: τσάι-~. Καφές είναι αυτός ή ~; Η σούπα ήταν σκέτο ~. Βλ. νερόβραστος. ΣΥΝ. νερομπούλι, νερόπλυμα (1)

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.