καράβι κα-ρά-βι ουσ. (ουδ.) {καραβ-ιού | -ιών} (προφ.): ΝΑΥΤ. πλοίο: εμπορικό/ιστιοφόρο/πειρατικό/πολεμικό ~. Το ~ της γραμμής. Το αμπάρι/το κατάρτι/το κατάστρωμα/η κουπαστή/ο κυβερνήτης (= καπετάνιος)/τα πανιά/το πλήρωμα/η πλώρη/η πρύμνη του ~ιού. Αράζει/βούλιαξε/έρχεται/ναυάγησε/ρίχνει άγκυρα/σαλπάρει/φεύγει το ~. Ταξιδεύω με ~. Έχει ~ια (= είναι εφοπλιστής). Δουλεύει/εργάζεται στα ~ια (= είναι ναυτικός). Έφυγε/πήγε στα ~ια (= μπάρκαρε). (προφ.) Τι ώρα έχει ~ για ...; Πβ. βαπόρι, ναυς. Βλ. βάρκα, σαπιοκάραβο.|| (μτφ., για χώρα:) Ακυβέρνητο ~.|| (ομοίωμα ~ιού:) Ξύλινο/χάρτινο ~. (ΛΑΟΓΡ.) Στολισμός ~ιού (: τα Χριστούγεννα). ● Υποκ.: καραβάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: αργοκίνητο καράβι (προφ.-ειρων.): (για πρόσ.) αργόστροφος, νωθρός· (για μηχάνημα ή σύστημα) αργός. Πβ. τα ζώα μου αργά. ● ΦΡ.: βούλιαξαν/έπεσαν έξω τα καράβια (κάποιου) (προφ.-ειρων.): για πρόσωπο κακόκεφο και σκυθρωπό, χωρίς προφανή αιτία: Τι έπαθες και δεν μιλάς; Σου ~ ~;, εδώ καράβια χάνονται/πνίγονται, βαρκούλες αρμενίζουν (παροιμ.): στην περίπτωση που κάποιος ασχολείται με ασήμαντες υποθέσεις, ενώ εκκρεμούν άλλες πολύ πιο σοβαρές. ΣΥΝ. εδώ ο κόσμος καίγεται/χάνεται και η γριά/το μουνί χτενίζεται, μεγάλα καράβια, μεγάλες φουρτούνες (παροιμ.): όσο πιο σημαντικές υποθέσεις αναλαμβάνει κάποιος, τόσο μεγαλύτερες είναι οι ευθύνες του., οι πολλοί καπεταναίοι ρίχνουν έξω το καράβι (παροιμ.): όταν ανακατεύονται πολλά άτομα σε μια υπόθεση, συνήθ. δεν επιτυγχάνεται το επιθυμητό αποτέλεσμα. ΣΥΝ. όπου λαλούν πολλοί κοκόροι/πολλά κοκόρια, αργεί να ξημερώσει, πολλές μαμές, στραβό το παιδί, το νινί/το μουνί σέρνει καράβι: για τη δύναμη της γυναίκας να ασκεί επίδραση στον άνδρα. [< μτγν. καράβιον ‘πλοίο’, μεσν. καράβι < αρχ. κάραβος ‘αστακός ή καραβίδα’ και μεσν. ‘φελούκα’]
καραβιά κα-ρα-βιά ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (λαϊκό): το φορτίο ή οι επιβάτες ενός καραβιού· κατ' επέκτ. μεγάλο πλήθος: ~ιές εσπεριδοειδών.|| ~ιές προσφύγων. Ξόδεψε μια ~ (: ένα κάρο) λεφτά.
καραβίδα κα-ρα-βί-δα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. εδώδιμο μαλακόστρακο που μοιάζει με μικρό αστακό (επιστ. ονομασ. Nephrops norvegicus): θαλασσινή ~. Ποταμίσια ~ ή ~ (του) γλυκού νερού (επιστ. ονομασ. Astacus fluviatilis). Βλ. αστακο~, καρκινοειδή.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Κατεψυγμένες ~ες. ~ες βραστές/ψητές. Ζωμός/ουρές ~ας. ~ες στα κάρβουνα. Ριζότο με ~ες. [< μτγν. καραβίς]
καραβιδόψιχα κα-ρα-βι-δό-ψι-χα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. η εδώδιμη σάρκα της καραβίδας: ~ με μαγιονέζα. Βλ. καβουρόψιχα, σουρίμι.
καραβίσιος , ια, ιο κα-ρα-βί-σιος επίθ. (προφ.) 1. (μτφ.) πολύ ακριβός και συνήθ. χαμηλής ποιότητας: ~ιες: τιμές (= αλμυρές, τσιμπημένες, τσουχτερές). ΣΥΝ. βαπορίσιος (1) 2. (σπανιότ.) που σχετίζεται με τα καράβια: ~ιες: ιστορίες. ● ΣΥΜΠΛ.: καραβίσιος καφές: αραιός και συνήθ. ακριβός, που σερβίρεται κυρ. σε πλοία, αεροδρόμια ή τουριστικούς χώρους· γενικότ. ακριβός ή νερουλός καφές. Βλ. νεροζούμι.
βάρκα
βάρκαβάρ-κα ουσ. (θηλ.): μικρό, συνήθ. ξύλινο και ανοιχτό πλεούμενο: μηχανοκίνητη (βλ. βενζινάκατος)/φουσκωτή (ΣΥΝ. φουσκωτό) ~. ~ ψαρέματος (= ψαρόβαρκα· βλ. γρι-γρι, καΐκι, τράτα, τρεχαντήρι, ψαροπούλα). (παλαιότ.) ~ με πανιά/κουπιά. Βόλτα με τη ~ (= βαρκάδα). Πβ. λέμβος. Βλ. γόνδολα.|| Οι ~ες των ιθαγενών. Βλ. καγιάκ, κανό, μονόξυλο, πιρόγα.|| (προφ.) Τα παπούτσια σου έχουν γίνει σαν ~ες (: έχουν ξεχειλώσει). ● Υποκ.: βαρκάκι (το):Βλ. καραβάκι., βαρκούλα (η) ● ΦΡ.: σε βάρκα γεννήθηκες; (προφ.-ειρων.): σε περιπτώσεις που κάποιος ξεχνά την πόρτα ανοιχτή., στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα (ειρων.): με πλήρη άγνοια του τι πρόκειται να συμβεί και συνήθ. χωρίς σχέδιο και προγραμματισμό: πορεία/ταξίδι ~ ~. Βαδίζουμε/πάμε ~ ~. Πβ. στα κουτουρού, στα τυφλά, στην τύχη., βάρκα γιαλό βλ. γιαλός, εδώ καράβια χάνονται/πνίγονται, βαρκούλες αρμενίζουν βλ. καράβι, ίσα βάρκα, ίσα νερά βλ. ίσος, την κάτσαμε (τη βάρκα) βλ. κάθομαι, χεστήκαμε κι η βάρκα γέρνει βλ. χέζω [< μεσν. βάρκα]
καβουρόψιχα
καβουρόψιχακα-βου-ρό-ψι-χα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. η εδώδιμη σάρκα του καβουριού: ~ κονσέρβα. Βλ. καραβιδόψιχα, σουρίμι.
νεροζούμι
νεροζούμινε-ρο-ζού-μι ουσ. (ουδ.) (προφ.): νερουλό ρόφημα ή φαγητό: τσάι-~. Καφές είναι αυτός ή ~; Η σούπα ήταν σκέτο ~. Βλ. νερόβραστος. ΣΥΝ. νερομπούλι, νερόπλυμα (1)
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.