Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • καρατομώ [καρατομῶ] κα-ρα-το-μώ ρ. (μτβ.) {καρατομ-εί ..., -ώντας | καρατόμ-ησε, -είται, -ήθηκε (λόγ. μτχ. -ηθείς), -ημένος} (απαιτ. λεξιλόγ.) ΣΥΝ. αποκεφαλίζω 1. (μτφ.-επιτατ.) απομακρύνω, παύω κάποιον από το αξίωμα ή τη θέση που κατείχε, συνήθ. με άσχημο ή/και απαξιωτικό τρόπο: ~ησαν τους διαφωνούντες. Τα διευθυντικά στελέχη ~ήθηκαν (= απολύθηκαν) με συνοπτικές διαδικασίες. Ο ~ηθείς/~ημένος υπουργός. ΣΥΝ. αποκαθηλώνω (1), αποπέμπω, εκπαραθυρώνω (1), καθαιρώ (1), ξηλώνω (3) 2. κόβω το κεφάλι κάποιου: (κυρ. παλαιότ.) ~ήθηκε στην λαιμητόμο.|| (μτφ.) Δάση που ~ούνται (πβ. αποψιλώνω).|| (μτφ.) Mεθοδεύσεις που ~ούν δημοκρατικές κατακτήσεις. ~ούνται δικαιώματα (= καταπατούνται)/επιδόματα (= περικόπτονται). [< 2: αρχ. καρατομῶ, γαλλ. décapiter]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.