καρατομώ [καρατομῶ] κα-ρα-το-μώ ρ. (μτβ.) {καρατομ-εί ..., -ώντας | καρατόμ-ησε, -είται, -ήθηκε (λόγ. μτχ. -ηθείς), -ημένος} (απαιτ. λεξιλόγ.) ΣΥΝ. αποκεφαλίζω 1. (μτφ.-επιτατ.) απομακρύνω, παύω κάποιον από το αξίωμα ή τη θέση που κατείχε, συνήθ. με άσχημο ή/και απαξιωτικό τρόπο: ~ησαν τους διαφωνούντες. Τα διευθυντικά στελέχη ~ήθηκαν (= απολύθηκαν) με συνοπτικές διαδικασίες. Ο ~ηθείς/~ημένος υπουργός. ΣΥΝ. αποκαθηλώνω (1), αποπέμπω, εκπαραθυρώνω (1), καθαιρώ (1), ξηλώνω (3) 2. κόβω το κεφάλι κάποιου: (κυρ. παλαιότ.) ~ήθηκε στην λαιμητόμο.|| (μτφ.) Δάση που ~ούνται (πβ. αποψιλώνω).|| (μτφ.) Mεθοδεύσεις που ~ούν δημοκρατικές κατακτήσεις. ~ούνται δικαιώματα (= καταπατούνται)/επιδόματα (= περικόπτονται). [< 2: αρχ. καρατομῶ, γαλλ. décapiter]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.