καρπιαίος , α, ο [καρπιαῖος] καρ-πι-αί-ος επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον καρπό του χεριού: ~ος: σωλήνας (: στενό κανάλι μέσα από το οποίο διέρχεται το μέσο νεύρο και οι τένοντες των καμπτήρων μυών των δαχτύλων). ~α: άρθρωση. ~α: οστά. Βλ. -ιαίος. ΣΥΝ. καρπικός (1) ● ΣΥΜΠΛ.: σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα (ακρ. ΣΚΣ): ΙΑΤΡ. διαταραχή η οποία προκαλείται από την παρατεταμένη πίεση του μέσου νεύρου στο ύψος του καρπού και χαρακτηρίζεται κυρ. από πόνο και μούδιασμα των τριών πρώτων δακτύλων: ~ ~ στους χρήστες Η/Υ. Βλ. γάγγλιο. [< αγγλ. carpal tunnel syndrome, 1954] [< γαλλ. carpien, αγγλ. carpal, γερμ. karpal]
γάγγλιο
γάγγλιογάγ-γλι-ο ουσ. (ουδ.) {γαγγλ-ίου | -ίων} 1. ΙΑΤΡ. κυστική δομή με βλεννώδες περιεχόμενο, η οποία εμφανίζεται στον καρπό του χεριού ή σπανιότ. στην άνω επιφάνεια του άκρου ποδιού. 2. ΑΝΑΤ. {συνήθ. στον πληθ.} μικρή μάζα νευρικών κυττάρων που αναπτύσσεται κυρ. έξω από το κεντρικό νευρικό σύστημα: αυχενικό/μηνοειδές/οφθαλμικό ~. Αισθητικά/λεμφικά (= λεμφογάγγλια)/νωτιαία/συμπαθητικά ~α.|| Βασικά ~α (του εγκεφάλου). Πβ. πυρήνας. [< μτγν. γαγγλίον, γαλλ.-αγγλ. ganglion, γερμ. Ganglion]
-ιαίος
-ιαίος, α, ο λόγιο επίθημα για την παραγωγή επιθέτων κυρ. από ουσιαστικά∙ δηλώνει 1. διάρκεια ή επανάληψη σε τακτά χρονικά διαστήματα: στιγμ~/ωρ~.|| Eβδομαδ~/μην~.2. μέρος του σώματος: κροταφ~ (= κροταφικός)/μετωπ~ (λοβός). Μηρ-ιαίο (οστό). Γλουτ-ιαίοι (μύες).3. τρόπο: βαθμ~/κατακλυσμ~.4. μέγεθος ή ποσότητα: γιγαντ~ (πβ. -ιος)/κολοσσ~/σπιθαμ~.|| Εκατοστ~/ποσοστ~.
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.