Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • καρυκεύω κα-ρυ-κεύ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {καρύκευ-σα, καρυκεύ-εται, -τεί, -μένος} 1. ΜΑΓΕΙΡ. προσθέτω καρυκεύματα στο φαγητό ή το κάνω πιο νόστιμο, του δίνω άρωμα: κοτόπουλο ~μένο με αλατοπίπερο. Πβ. αρταίνω, αρωματίζω, νοστιμεύω. 2. (μτφ.) διανθίζω, στολίζω: αφήγηση ~μένη με συναρπαστικές λεπτομέρειες. [< μτγν. καρυκεύω ‘μαγειρεύω με σάλτσα, προετοιμάζω με φροντίδα (για αφηγήσεις)’]