Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • καρότο κα-ρό-το ουσ. (ουδ.) 1. ΒΟΤ. εδώδιμη, σαρκώδης, κωνοειδής ρίζα με πορτοκαλί, κίτρινο ή λευκό χρώμα· το αντίστοιχο φυτό (επιστ. ονομασ. Daucus carota): άγριο ~. Χυμός ~ου. Βλ. παστινάκη, γεώφυτα, κόνδυλος.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Βραστά/καθαρισμένα/τριμμένα/ψιλοκομμένα ~α. Σαλάτα λάχανο-~. Πουρές ~ου.|| (ΖΑΧΑΡ.) Γλυκό κουταλιού ~. Κέικ ~ου. 2. (μτφ.) δέλεαρ: το ~ της βοήθειας/των παροχών. Πετάει/ρίχνει το ~ της μονιμότητας για προσέλκυση ψήφων. ● Υποκ.: καροτάκι (το) ● ΦΡ.: καρότο και μαστίγιο & μαστίγιο και καρότο: εναλλάξ χρήση, συνδυασμός αφενός της υπόσχεσης για ανταμοιβή και αφετέρου της απειλής για τιμωρία: η μέθοδος/η πολιτική/η τακτική του ~ου ~ου. Κυβερνά με ~ ~. Βλ. μια στο καρφί (και) μια στο πέταλο. [< αγγλ. carrot-and-stick] , πυρήνας/(σπάν.) καρότο γεώτρησης, βλ. γεώτρηση.  [< μτγν. καρωτόν, ιταλ. carota, γαλλ. carotte]

μία & μια

μία & μιαβλ. ένας

παστινάκη

παστινάκηπα-στι-νά-κη ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. εδώδιμο λαχανικό (επιστ. ονομασ. Pastinaca sativa) που μοιάζει με καρότο και έχει έντονη οσμή. [< μτγν. παστινάκα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.