Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • κασμιρένιος , ια, ιο κα-σμι-ρέ-νιος επίθ.: φτιαγμένος από κασμίρι: ~ιο: κασκόλ/κουστούμι/παλτό/πουλόβερ.|| (μτφ.) ~ιο: άγγιγμα (: πολύ απαλό). Πβ. μεταξένιος. Βλ. -ένιος.
  • κασμίρι κα-σμί-ρι ουσ. (ουδ.) {κασμιρ-ιού} & κασμίρ {άκλ.}: λεπτό και ακριβό μάλλινο ύφασμα, με χαρακτηριστική στιλπνή επιφάνεια και διαγώνια ύφανση· συνεκδ. τα αντίστοιχα ρούχα: ινδικό ~. Κοστούμι/πουλόβερ από ~. Βλ. αγκορά, βελούδο, καμηλό, μετάξι, μοχέρ. [< γαλλ. cachemire]

αγκορά

αγκορά[ἀγκορά] α-γκο-ρά επίθ./ουσ. {άκλ.} & αν(γ)κορά: ράτσα ζώων (αίγας, κουνελιού, γάτας) με μακρύ, λεπτό και απαλό τρίχωμα· συνεκδ. το νήμα ή το μαλλί που φτιάχνεται από αυτά καθώς και το αντίστοιχο ρούχο. Πβ. μοχέρ. [< γαλλ. angora]

-ένιος

-ένιος, ια, ιο: κατάληξη επιθέτων για τη δήλωση ύλης, χρώματος ή ιδιότητας: ασημ~/διαμαντ~/σοκολατ~.|| Μενεξεδ~/χρυσαφ~. Πβ. -ής, -ιά, -ί.|| Παραδεισ~/παραμυθ~. Πβ. -ινος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.