Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • καστανοκόκκινος , η, ο κα-στα-νο-κόκ-κι-νος επίθ. (προφ.): που έχει απόχρωση ανάμεσα στο καστανό και το κόκκινο: ~α: μαλλιά. ● Ουσ.: καστανοκόκκινο (το): το αντίστοιχο χρώμα.