Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • κατάβαση κα-τά-βα-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΑΘΛ. μετακίνηση προς χαμηλότερο σημείο: απότομη/δύσκολη/επικίνδυνη/νυχτερινή ~. ~ πλαγιάς/φαραγγιού (πβ. καταρρίχηση, ραπέλ). ~ ποταμού (βλ. ράφτινγκ). ~ με βάρκα/έλκηθρο/κανό/ποδήλατο/τα πόδια/σχοινιά. Διαδρομή/τεχνικές ~ης. Πβ. κάθοδος, κατέβασμα. ΑΝΤ. ανέβασμα, άνοδος.|| (ειδικότ. στο σκι) Γιγαντιαία/ελεύθερη/τεχνική ~. Αγώνας/πίστα ~ης (βλ. σλάλομ). ΑΝΤ. ανάβαση (1) 2. ΜΟΥΣ. (στη βυζαντινή μουσική) απαγγελία φθόγγων κλίμακας από τους υψηλότερους προς τους χαμηλότερους. [< 1: αρχ. κατάβασις]